Το βιολί (M. Tσιακάλου)


 [Από τη συλλογή διηγημάτων Ετερόφωτο παραλληλόγραμμο, εκδόσεις Βουνέ, Θεσσαλονίκη 2012]

Ποτέ ξεκούρδιστο, ποτέ αγυάλιστο, ποτέ σκονισμένο μέσα στη δερμάτινη θήκη του μαζί με το δοξάρι και τη μυρωδιά από αληθινό ρετσίνι των ευβοϊκών πεύκων ξεχώριζε από τ’ άλλα μουσικά όργανα που είχα δει σ’ όλες τις βιτρίνες του κόσμου. Πάντα καινούργιο, αν και πολυχρησιμοποιημένο και κατατσακισμένο, κρατούσε συντροφιά, ιδίως τα βράδια. Κι εγώ το άκουγα τις εποχές εκείνες που ήθελα να ξεφύγω απ’ την οργή των αδειανών ανθρώπων, πριν να προλάβω να τους μαλώσω που πήγαιναν κόντρα στη φύση τους και κατέστρεφαν την ηρεμία μας. Σαν δεν ήμασταν στην ίδια πόλη για να τ’ ακούω, έκανα συνωμοσία μυστική με τον ουρανό να μου στέλνει τις μελωδίες του κάθε φορά που θα το όριζε εκείνος. Ποιός; Τι ερωτήσεις είναι αυτές; Ο ουρανός! Μια μέρα το συνάντησα πάνω σε μια πολυθρόνα γαλαζοφέρνουσα κι αναγάλλιασα τόσο, σα να ’πια νερό ύστερα από εξαντλητική δίψα καλοκαιριού. Το ’βγαλα από το μαύρο κουτί του κι εκείνο σα να ’κλεισε το μάτι, σα να με χαιρέτησε… Ύστερα κάλεσα και δυο γνωστούς συντρόφους, από την Ικαρία ο ένας κι από την Κύμη ο άλλος, και σχολιάσαμε θετικά το ώριμο αντικείμενο. Συμφωνούσαμε σ’ όλα. Απ’ ό,τι μου είπαν, μια φορά σ’ ένα πανηγύρι της Παναγιάς, καθώς νύχτωνε κι είχε ξεσπάσει ένας καυγάς για αλλοπρόσαλλη αιτία, το βιολί άρπαξε το μικρόφωνο και κήρυξε σιγή για να τραγουδήσει. Τραγούδησε κι νότες του μεμιάς ανέβηκαν ψηλά πάνω απ’ τα κεφάλια των φιλέριδων ανδρών και σκούπισαν την ακαταστασία της στιγμής. Ακόμη κι ένα τρίχρονο παιδάκι, που ’χε χαλάσει τα αυτιά του πατέρα του με την καραμούζα που του ’χε μόλις αγοράσει, σώπασε ξαφνικά όπως θα το ’κανε, αν του το είχε πει κάποιος αληθινά αυστηρά. Ένα μεσημέρι ο γείτονας του ξαδέρφου μου ούρλιαζε μετά από μεθύσι και στραπατσάριζε αλύπητα τη γυναίκα του. Το παιδί του μελάνιασε απ’ το κλάμα. Τα παντζούρια την πλήρωσαν κι αυτά το ίδιο με τα κέδρινα έπιπλα. Η γυναίκα γούρλωσε τα μάτια από τρόμο κι η φωνή της δεν έβγαινε, όσο κι αν φώναζε από μέσα της να σταματήσει το κακό. «Δε θα μ’ ακούσει κανείς;», αναρωτιόταν απελπιστικά. Την κάκιστη στιγμή την έκοψε σαν λεπίδα από κοφτερό κρητικό μαχαίρι εκείνη η μουσική, εκείνη η ειρηνοποιητική έμπνευση. Η αρμονία του πενταγράμμου είχε ακούσει εκείνη τη σπαραγμένη ψυχή με το τρυφερό της αγγελούδι και, να σου, ξεπήδησε ο χαρούμενος σκοπός. Κι ο μεθυσμένος σα να ’πιε διπλό καφέ, αγκάλιαζε την αγάπη του σκοτωμένος από τύψεις, της ζήταγε συγγνώμη... βούρκωνε, φιλούσε στοργικά το παιδί του. Κι αφού πήρε και  καθάρισε τους βανδαλισμούς του, ορκίστηκε γαλήνη σπιτική.
Πόσες ιστορίες έχω να περιγράψω, πόσες να διηγηθώ, πόσες θα καταγράψω ως αργά και δε θα προλάβω. Θα ξημερώσει, όταν ακόμα θα μιλάω για το βιολί. Αγχώθηκα. Δεν θα προλάβω. Ήδη νομίζω πως πέρασαν αρκετά χρόνια από την  τελευταία φορά που το συνάντησα στο χώρο του. Αποφάσισα να το επισκεφτώ εκ νέου. Αυτή τη φορά είχε μετοικήσει στο βουνό. Όχι μόνο του, μαζί με τον άρχοντά του ξαγρυπνούσε και πάλι πλάι στον φρέσκο αέρα του υψηλού υψόμετρου και προλάμβανε το κακό με τις συνθέσεις του. Ο ειρηνικός γέροντάς του είχε στείλει άπειρα μηνύματα αισιοδοξίας και πίστευε ακόμα πως ήταν στην αρχή, άσε που του ’λεγε τ’ αντίθετο ο καθρέφτης του σπιτιού του.
Το πρωί στο βουνό και ειδικά του Αϊ-Λιά ποτέ δεν καταλαβαίνεις από ζέστη. Σε ένα ταπεινό, αλλά περήφανο σπιτάκι σκέτο στολίδι, διέσχισα το κατώφλι της αυλόπορτας και τον χαιρέτησα μ’ όση εγκαρδιότητα είχα μέσα μου.
«Καλημέρα παππού! Ήρθα να σε δω και να σου πω ότι πάντα με έσωζες με τις νότες σου και την αγάπη που τη μετέφραζες μ’ αυτές».
«Καλημέρα κόρη μου. Σ’ ευχαριστώ, μα εγώ δεν ...θέλω να πω τίποτα δεν  ξέρω απ’ όσα λες... εγώ είμαι ένα βιολί και τα χέρια μου, μόλις το αγγίζουν, Άλλος παίζει για χάρη μου...»

Κατάλαβα τον Άλλο με το άλφα κεφαλαίο. Ο γέροντας ήταν θεόσταλτος μουσικός.