Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Ευριπίδης, Πειρίθους (ανασύσταση μιας χαμένης τραγωδίας)



Προσπάθεια ανασύστασης του Πειρίθου του Ευριπίδη

Η υπόθεση της χαμένης αυτής τραγωδίας του Ευριπίδη[1] ήταν η εξής: ο Πειρίθους κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο μαζί με το Θησέα, για να αρπάξει την Περσεφόνη. Τιμωρήθηκε με φριχτό τρόπο για την ασέβειά του, αφού αλυσοδέθηκε σε έναν βράχο που τον φύλαγαν φίδια. Ο Θησέας αποφάσισε να μην εγκαταλείψει το φίλο του και έμεινε μαζί του στον Άδη. Τελικά τους δύο ήρωες ελευθερώνει ο Ηρακλής κατά την κάθοδό του στον Άδη για να φέρει τον Κέρβερο (στην παράδοση συνήθως ελευθερώνεται μόνο ο Θησέας).[2] Το έργο εξελισσόταν πιθανώς εξολοκλήρου στον Κάτω Κόσμο και ο Χορός αποτελούνταν από ψυχές μυστών των Ελευσίνιων Μυστηρίων,[3] όπως και στους Βατράχους του Αριστοφάνη, ο οποίος φαίνεται να έχει επηρεαστεί από τον Ευριπίδη. Πρόσωπα του έργου: Πειρίθους, Θησέας, Ηρακλής, Αιακός, Περσεφόνη. Η ευτυχής κατάληξη του έργου υποσκάπτει το χαρακτήρα του έργου ως τραγωδίας. Από αυτή την άποψη μοιάζει με άλλα ύστερα έργα του Ευριπίδη. Δεν λείπει ακόμη και το στοιχείο του χιούμορ, όπως στο διάλογο μεταξύ Ηρακλή και Αιακού (βλ. παρακ.).


Αποσπάσματα και πλοκή

Πρόλογος

Το έργο εκκινούσε πιθανώς κατά τον τυπικά ευριπίδειο τρόπο του μονολογικού Προλόγου. Μιλά ο Πειρίθους, ακινητοποιημένος στο βράχο της τιμωρίας του, και ξεκινά την αυτοσύστασή του με αναφορά στις γνωστές στο κοινό αμαρτίες του διαβόητου πατέρα του Ιξίονα. Κατά το μύθο ο Ιξίων σκότωσε τον πεθερό του, αλλά ο Δίας τον συγχώρεσε, ανεβάζοντάς τον μάλιστα στον Όλυμπο. Ο Ιξίων, όμως, προσπάθησε στη συνέχεια να συνευρεθεί με την ίδια την Ήρα. Ο Δίας τον εξαπάτησε, του έστειλε μια άλλη τρέλα, δίνοντας σε ένα σύννεφο (νεφέλη) τη μορφή της Ήρας. Μ’ αυτό το σύννεφο συνευρέθηκε ο Ιξίων. Από την ένωση αυτή κατάγονται οι Κένταυροι. Ο Ιξίων, σύμφωνα με τον Ευριπίδη, με διαταγή του Δία δέθηκε σ' έναν τροχό που περιφερόταν στον αιθέρα. Το σώμα του κομματιάζεται από τους ανέμους. Η χρήση της νεφέλης-ομοιώματος για την εξαπάτηση των ανθρώπων από τους θεούς επανεμφανίζεται και στην Ελένη του Ευριπίδη.

Απ. 1
θεὸς δὲ μανία[ς ἀρτίως ἐλευθέρωι
ἔπεμψεν ἄτη[ν· ἁρπάσας δ΄ ἠικασμένην
νεφέλην γυναικ[ὶ δυσσεβέστατον λόγον
ἔσπειρεν ἐς τοὺς Θε[σσαλούς͵ ὡς δὴ Κρόνου
θυγατρὶ μίσγοιτ΄ ἐ[ν φυταλμίωι λέχει.
τοιῶνδε κόμπω[ν δ΄ ὕστερον καταξίους
ποινὰς θεοῖς ἔτεισεν∙ [ὧν πάντων πατὴρ 
μανίας τροχῶι περι[φερὲς ἐν δίναις δέμας
οἰστρηλάτοισιν ὤχ[μασεν͵ κἄπειθ΄ ἑλὼν
ἄπυστον ἀνθρώποι[σιν αἰθέρος βάθει
ἔκρυψεν. ἀλλὰ βορε[άσιν πνοαῖς ἐκεῖ
διεσπαράχθη συμμ[έτρωι κομπάσμασιν
πατὴρ ἁμαρτὼν εἰς θε[οὺς τιμωρίαι.
ἐγὼ δ΄ ἐκείνου πήματ΄ α...


ΠΕΙΡΙΘΟΥΣ: Μια (άλλη) τρέλα έστειλε ο θεός σ’ εκείνον που μόλις
λευτερώθηκε απ’ τη μανία του.[4] Απήγαγε ένα σύννεφο
ίδιο γυναίκα και λόγο ασεβέστατο
στους Θεσσαλούς διέδωσε πως τάχα στη θυγατέρα
του Κρόνου έκανε έρωτα σε γόνιμο κρεβάτι.[5]                           
Γι’ αυτούς τους κομπασμούς αργότερα ποινή
αντάξια πλήρωσε στους θεούς: των πάντων ο Πατέρας
τού έδεσε το σώμα στης μανίας τον τροχό
να περιστρέφεται σε λυσσασμένη δίνη. Μετά τον άρπαξε
κρυφά απ’ τους ανθρώπους και τον έκρυψε                            
στα βάθη του αιθέρα. Εκεί απ’ του βοριά το φύσημα
κομμάτια έγινε, αντάξια τιμωρία στα καυχήματά του,
μιας και στους θεούς απέναντι αμάρτησε.
Εγώ τις συμφορές εκείνου... [6]  

Στον πρόλογο θα μπορούσε να ανήκει και η παρακάτω φράση, όπου γίνεται λόγος πιθανότατα για την γενναία απόφαση του Θησέα να παραμείνει με τον φίλο του στον Άδη. Μιλά ο Πειρίθους για το Θησέα:

Απ. 2
αἰδοῦς ἀχαλκεύτοισιν ἔζευκται πέδαις

Δεμένος είναι με της αιδούς τα πέδικλα που δεν τα χάλκεψε κανείς[7]

Πάροδος

Μετά τον Πρόλογο ακολουθούσε η Πάροδος, η είσοδος του Χορού των Μυστών. Στην Πάροδο μπορεί να ανήκουν τα παρακάτω αναπαιστικά αποσπάσματα:

Απ. 3, 4, 5
ἵνα πλημοχόας τάσδ΄ εἰς χθόνιον
χάσμ΄ εὐφήμως προχέωμεν

ἀκάμας τε χρόνος περί τ΄ ἀενάῳ
ῥεύματι πλήρης φοιτᾷ τίκτων
αὐτὸς ἑαυτόν͵ δίδυμοί τ΄ ἄρκτοι
ταῖς ὠκυπλάνοις πτερύγων ῥιπαῖς
τὸν Ἀτλάντειον τηροῦσι πόλον
σὲ τὸν αὐτοφυῆ͵ τὸν ἐν αἰθερίῳ
ῥύμβῳ πάντων φύσιν ἐμπλέξανθ΄͵
ὃν πέρι μὲν φῶς͵ πέρι δ΄ ὀρφναία
νὺξ αἰολόχρως ἄκριτός τ΄ ἄστρων
ὄχλος ἐνδελεχῶς ἀμφιχορεύει.

ΧΟΡΟΣ: (Ήρθαμε εδώ) να αδειάσουμε αυτές τις πλημοχόες[8]
στης γης το χάσμα μ’ ευλαβική λαλιά...

Κι ακάματος ο χρόνος γύρω σε ρεύμα
αέναο ολόκληρος στριφογυρνά, τον ίδιο του τον εαυτό
γεννώντας. Δίδυμοι οι Άρκτοι
φτεροκοπούνε με γοργές ριπές,
τον πόλο του Άτλαντα φυλάγουν...[9]

(Καλώ) εσένα τον αυτοφυή, που στον αιθέριο
στρόβιλο ύφανες τη φύση όλων των όντων,
που γύρω σου το φως κι η μαύρη νύχτα
διάστικτη με λάμψεις, των αστεριών το πλήθος
το αξεχώριστο αδιάκοπα χορεύει...[10]



Επεισόδια

Περνάμε τώρα στο κυρίως σώμα του έργου, στα Επεισόδια. Είναι δύσκολο να ανασυσταθεί η πλοκή με ακρίβεια, αλλά είναι βέβαιο ότι έχουμε την πρώτη εμφάνιση του Ηρακλή, ο οποίος συναντά τον Αιακό, δικαστή του Κάτω Κόσμου και φρουρό της πύλης του. Ο Αιακός ήταν γιος της Νύμφης Αίγινας και του Δία, πατέρας του Πηλέα και του Τελαμώνα, παππούς του Αχιλλέα και του Αίαντα. Για την ευσέβεια και τη δίκαιη κρίση του έγινε δικαστής στον Άδη. Ο Τελαμώνας και ο Πηλέας μαζί με τον Ηρακλή κυρίεψαν για πρώτη φορά την Τροία. Στον Λουκιανό (Περί πένθους 4.1 κ.εξ.) ο Αιακός φυλάσσει με την φρουρά του την πύλη του Κάτω Κόσμου, η οποία βρίσκεται εκεί που τελειώνει η Αχερουσία.

Απ. 6
ΑΙΑΚΟΣ·  Ἔα͵ τί χρῆμα; δέρκομαι σπουδῇ τινα
δεῦρ΄ ἐγκονοῦντα καὶ μάλ΄ εὐτόλμῳ φρενί.
εἰπεῖν δίκαιον͵ ὦ ξέν΄͵ ὅστις ὢν τόπους
ἐς τούσδε χρίμπτῃ καὶ καθ΄ ἥντιν΄ αἰτίαν.  

ΗΡΑΚΛΗΣ· οὐδεὶς ὄκνος πάντ΄ ἐκκαλύψασθαι λόγον·
ἐμοὶ πατρὶς μὲν Ἄργος͵ ὄνομα δ΄ Ἡρακλῆς͵
θεῶν δὲ πάντων πατρὸς ἐξέφυν Διός·
ἐμῇ γὰρ ἦλθε μητρὶ κεδνὰ πρὸς λέχη
Ζεύς͵ ὡς λέλεκται τῆς ἀληθείας ὕπο.
ἥκω δὲ δεῦρο πρὸς βίαν͵ Εὐρυσθέως
ἀρχαῖς ὑπείκων͵ ὅς μ΄ ἔπεμψ΄ Ἅιδου κύνα
ἄγειν κελεύων ζῶντα πρὸς Μυκηνίδας
πύλας͵ ἰδεῖν μὲν οὐ θέλων͵ ἆθλον δέ μοι
ἀνήνυτον τόνδ΄ ᾤετ΄ ἐξηυρηκέναι.
τοιόνδ΄ ἰχνεύων πρᾶγος Εὐρώπης κύκλῳ
Ἀσίας τε πάσης ἐς μυχοὺς ἐλήλυθα.

ΑΙΑΚΟΣ: Μπα, τι είναι τούτο; Βλέπω με βιάση κάποιον
να σπεύδει προς τα δω -πολύ μεγάλη η τόλμη του.
Ξένε, συ πρέπει να μου πεις ποιος είσαι,
γιατί πλησίασες σ’ αυτά τα μέρη και για ποιο λόγο.

ΗΡΑΚΛΗΣ: Δε θα διστάσω να σου τ’ αποκαλύψω όλα με τα λόγια μου.
Πατρίδα μου είναι το Άργος, τ’ όνομα Ηρακλής,
κι από το Δία, Πατέρα όλων των θεών, κατάγομαι.
Στης μάνας μου το τίμιο στρώμα ήρθε
ο Δίας, καθώς το λέει η αλήθεια.[11]
Εδώ μ’ ανάγκασε να έρθω η υπακοή
στην εξουσία του Ευρυσθέα: μ’ έστειλε διατάζοντας
τον σκύλο του Άδη να του φέρω ζωντανό στων Μυκηνών
τις πύλες. Όχι ότι θέλει να τον δει: νόμισε έτσι
πως άθλο ακατόρθωτο μου βρήκε.
Τέτοια σκοτούρα αναζητώντας να εκπληρώσω,
τα βάθη της Ευρώπης και όλης της Ασίας έκανα γύρο.[12]

Η τοποθέτηση του αποσπάσματος που ακολουθεί σ’ αυτό το σημείο του έργου είναι δική μου, αν και συνήθως τοποθετείται στο διάλογο μεταξύ Ηρακλή και Περσεφόνης. Κατά τη γνώμη μου το απόσπασμα θα μπορούσε να προέρχεται από τον διάλογο του Ηρακλή με τον Αιακό: ο ήρωας προσπαθεί να πείσει τον Αιακό ότι δεν είναι παράλογο που προσπαθεί να αποσπάσει τον Κέρβερο από τον Κάτω Κόσμο. Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς.

Απ. 7
οὐκ ἀγυμνάστωι φρενί
ἔρριψεν͵ ὅστις τόνδ΄ ἐκαίνισεν λόγον͵
ὡς τοῖσιν εὖ φρονοῦσι συμμαχεῖ τύχη

Με ασκημένο πνεύμα
το λόγο τούτο ακόντισε κείνος που πρώτος είπε
πως σύμμαχος στους μεγαλόφρονες η τύχη είναι.[13]


Ο Ηρακλής, αφού παίρνει την άδεια να εισέλθει στον Κάτω Κόσμο, συναντά τον Πειρίθου και το Θησέα. Το επόμενο απόσπασμα (POxy50.3531 2ος αιώνας μ.Χ.) πρέπει να προέρχεται από το διάλογο Πειρίθου και Ηρακλή:

Απ. 8
ΠΕΙΡΙΘΟΥΣ∙ δρακοντ[
τηνου[
ὀργὴν ἐ[πίσχειν
ἐπίσταμ[αι
ΧΟΡΟΣ∙ ὀψὲ ξυνεὶς [          ]ο.. [
θεοὺς σεβεσθ... οτ[
ΗΡΑΚΛΗΣ· Ἰξίονος πα[ῖ͵ πο]λλά δ[η καὶ δείν’ ἐγὼ
εἶδον λόγῳ τ΄ ἤκουσα [πάσχοντας βροτοὺς,
οὐδ΄ ἐγγὺς οὐδέν’ ἠι[σθόμην τύχῃ ποτε
τῇ σῇ πελάζοντ΄, ἀλ[λ’ ὑπερβάλλεις μακρῷ
δυσπραξίᾳ τοὺς π[άντας
σκῆψιν τιν΄ ητι[
ἄτης ἀπρούπτως .[
ΠΕΙΡΙΘΟΥΣ∙ ἥδ΄ οὐκέτ΄ ἐστ΄ ἄσημο[ς οὐδὲ
ὀνειρατώδης, ἀλλ΄ ὁ [φωνήσας τάδε
Ἕλλην· ἰδεῖν δὲ τὸν λέ[γοντα οὐκ ἄν σαφῶς
οἷός τ΄ ἂν εἴην. πέπτατ[αι γὰρ ἄσκοπος
ἀχλὺς πάροιθε τῶν ἐμῶ[ν ὄσσων.
ἄθλους ἐρωτᾷς τοὺς ἐμ[οὺς
γλώσσης γὰρ ἠχὼ τῆσδε πρ[οσβάλλει φρεσἰν
ΗΡΑΚΛΗΣ∙ οὐδέν τι πάντως θαῦμ[α
ἀπεστερῆσθαί σ΄ ἐστὶν α..[
καὶ φθέγμα καὶ σχῆμ’ ἀ[γνοεῖν
πολλαὶ διῆλθον τῆς ἐ[μῆς ἡμέραι ὁμιλίας
καὶ σῆς· ἀναμνήσω δὲ [
ΠΕΙΡΙΘΟΥΣ∙ σίγησον∙ αρ[
φων[
τη[

ΠΕΙΡΙΘΟΥΣ: Φίδια... την ορμή μου να συγκρατώ... γνωρίζω[14]
ΧΟΡΟΣ: Αργά κατάλαβες... τους θεούς να σέβεσαι...
ΗΡΑΚΛΗΣ: Γιε του Ιξίονα, πολλά και δεινά εγώ
είδα και άκουσα να λεν πως πάσχουν οι θνητοί,
μα ποτέ μου κανέναν δεν ένιωσα ούτε καν να πλησιάζει
τη δική σου ατυχία: πολύ ξεπερνάς
στη δυστυχία τους πάντες...
κάποια αιτία...
χωρίς να προβλέψεις την τιμωρία...[15]
ΠΕΙΡΙΘΟΥΣ: Ετούτη η λαλιά ούτ’ άγνωστη, ούτε
του ονείρου είναι, μα κείνος που τη μίλησε
Έλληνας. Τον ομιλητή ξεκάθαρα να δω
δε θα μπορούσα: ομίχλη αόρατη
στα μάτια μου μπροστά είν’ απλωμένη.
Για τα βάσανά μου με ρωτάς...[16]
και η ηχώ αυτής της γλώσσας χτυπάει την καρδιά μου.[17]
ΗΡΑΚΛΗΣ: Διόλου παράξενο δεν είναι
που στερήθηκες...,
που τη φωνή και τη μορφή μου δεν καταλαβαίνεις...
Πολλές πέρασαν μέρες απ’ τη συνάντησή μας.
Θα σου θυμίσω εγώ...
ΠΕΙΡΙΘΟΥΣ: Σώπασε... τη φωνή(;)[18]

Το επόμενο απόσπασμα (POxy2078 -2ος αιώνας μ.Χ.) είναι από το διάλογο Ηρακλή και Θησέα. Ο Θησέας προσφέρει τη βοήθειά του στον Ηρακλή για τον Κέρβερο, με αντάλλαγμα να ελευθερώσει ο Ηρακλής και τον Πειρίθου. Ο Ηρακλής αρνείται ευγενικά τη βοήθεια του Θησέα με το επιχείρημα ότι ο Ευρυσθέας, αν το μάθει, θα θεωρήσει ότι ο άθλος δεν τελέστηκε: ο Ευρυσθέας είχε ακυρώσει τον άθλο με την Λερναία Ύδρα, επειδή ο Ηρακλής δέχτηκε τη βοήθεια του Ιόλαου.

 Απ. 9
ΘΗΣΕΥΣ∙  τῆς ὠμότητ]ος͵ Ἡράκλεις͵ [σὲ] μέμψομαι.
μένειν δὲ χρ]ή∙ πιστὸν γὰρ ἄνδρα καὶ φίλον
[αἰσχρὸν πρ]οδοῦναι δυσμ[εν]ῶς εἰλημμένον.
ΗΡΑΚΛΗΣ∙ [σαυτῷ τε]͵ Θησεῦ͵ τῇ τ΄ Ἀθηναίων πό[λει
πρέποντ΄ ἔλεξας· τοῖσι δυσ[τυ]χοῦσι γὰρ
ἀεί ποτ΄ εἶ σὺ σύμμαχος· σκῆψιν δ’ [ἐμ]οὶ
ἀεικές ἐστ΄ ἔχοντα πρὸς πάτραν μολεῖν.
Εὐρυσθέα γὰρ πῶς δοκεῖς ἂν ἄσμενον͵
εἴ μοι πύθοιτο ταῦτα συμπράξαντά σε,
λέγειν ἂν ὡς ἄκραντος ἤθληται πόνος;
ΘΗΣΕΥΣ∙ ἀλλ΄ οὗ σὺ χρῄζεις π[ανταχῆ γ’] ἐμὴν ἔχεις
εὔνοιαν οὐκ ἔμπλ[ηκτον ἀλλ΄ ἐ]λευθέρως
 ἐχθροῖσί τ΄ ἐχθρὰ[ν καὶ φίλοισι]ν εὐμενῆ.
πρόσθεν σ΄ ἐμοὶ [...............]ει λόγος͵
λέγοις δ΄ ἂν [ἤδη καὶ σὺ τοὺς αὐτ]οὺς λόγους

ΘΗΣΕΑΣ: Για τη σκληρότητά σου, Ηρακλή, θα σε μεμφθώ.
Πρέπει να μείνεις. Άνδρα πιστό και φίλο είναι αισχρό να τον προδώσεις,[19]
μπλεγμένο σε τέτοια συμφορά.
ΗΡΑΚΛΗΣ: Θησέα, είπες λόγια που ταιριάζουν και σ’ εσένα
και στων Αθηναίων την πόλη. Στους δυστυχείς
ήσουνα πάντα σύμμαχος.[20] Ανάρμοστο είναι για μένα
να πάω στην πατρίδα έχοντας μια πρόφαση.[21]
Φαντάσου με τι χαρά θα λέει ο Ευρυσθέας,
-αν μάθει πως τα έκανα αυτά με τη βοήθειά σου-
ότι ο άθλος μου έμεινε ανεκτέλεστος!
ΘΗΣΕΑΣ:  Σ’ ό,τι χρειάζεσαι, όλη μου την βοήθεια
θα ’χεις. Όχι ασυλλόγιστα, αλλά με τη δική μου θέληση
στους εχθρούς σου εχθρός, στους φίλους σου φίλος θα ’μαι.
Νωρίτερα εσύ για εμένα [...................] ο λόγος.
Τώρα πια θα μπορείς να λες κι εσύ τα ίδια λόγια.

Δεν ξέρουμε πού ακριβώς μπορεί να ενταχθεί στο έργο το επόμενο απόσπασμα. Πειστική μού φαίνεται η άποψη που το θεωρεί ως απολογία του Θησέα, ο οποίος εκθέτει το λόγο για τον οποίο δεν εγκατέλειψε τον φίλο του Πειρίθου.

Απ. 10
οὐκ οὖν τὸ μὴ ζῆν κρεῖσσόν ἐστ΄ ἢ ζῆν κακῶς;

Δεν είν’ λοιπόν καλύτερο το να μη ζει κανείς, παρά μες στη ντροπή να ζει;  

Τα απόσπασμα που ακολουθεί αποδίδεται συνήθως σε έναν διάλογο μεταξύ του Ηρακλή και της Περσεφόνης, όπου ο ήρωας προσπαθεί να πείσει τη βασίλισσα του Άδη να δώσει χάρη στον Πειρίθου (και ίσως να τον αφήσει να πάρει τον Κέρβερο).

Απ. 11
 τρόπος δὲ χρηστὸς ἀσφαλέστερος νόμου·
τὸν μὲν γὰρ οὐδεὶς ἂν διαστρέψαι ποτέ
ῥήτωρ δύναιτο͵ τὸν δ΄ ἄνω τε καὶ κάτω
λόγοις ταράσσων πολλάκις λυμαίνεται.

Το ήθος το χρηστό πιο ασφαλές από το νόμο είναι.
Το πρώτο ρήτορας κανείς ποτέ να αλλοιώσει
δε θα μπόραγε. Τον δεύτερο πάνω και κάτω
με τα λόγια του ταράζοντας συχνά τον διαφθείρει.[22]

Υπάρχουν και άλλα ευριπίδεια αποσπάσματα που κατά καιρούς έχει προταθεί ότι ανήκουν στον Πειρίθου, αλλά κανενός η απόδοση δεν μου φάνηκε πειστική.


Σ. Γκιργκένης,
Θεσσαλονίκη 2014




[1] Υπάρχει ένα θέμα σχετικά με την πατρότητα του έργου, το οποίο αποδίδεται μερικές φορές στον σοφιστή και πολιτικό της Αθήνας Κριτία ήδη από την αρχαιότητα. Το θέμα είναι ευρύ, για να αναπτυχθεί εδώ. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει τίποτα στο ύφος ή την θεματολογία του έργου που δε θα μπορούσε να προέρχεται από τον Ευριπίδη. Επιπλέον η πιθανή παρωδία-μίμηση του έργου αυτού από τον Αριστοφάνη στους Βατράχους (Χορός Μυστών, συνάντηση Αιακού και Διόνυσου/Ηρακλή, διάσωση κάποιου που είναι παγιδευμένος στον Κάτω Κόσμο) ενισχύουν την άποψη για την ευριπίδεια πατρότητα του Πειρίθου, αφού μάλιστα ο Ευριπίδης πρωταγωνιστεί στους Βατράχους και είναι γενικά αγαπημένος στόχος του κωμικού. Ίσως η απόδοση του έργου στον Κριτία να υποκρύπτει την πιθανότητα ο Κριτίας να ήταν ο χορηγός του Ευριπίδη για την παράσταση του Πειρίθου, αλλά κι αυτό είναι αναπόδεικτό. Επιπλέον, οι θεματικές ομοιότητες των σωζόμενων αποσπασμάτων με τον Ηρακλή του Ευριπίδη (420-415 π.Χ. περ.) υποβάλλουν την ιδέας μιας διλογίας, αφού η υπόθεση του Ηρακλή αρχίζει εκεί που τελειώνει η υπόθεση του Πειρίθου. Τέλος, να σημειωθεί ότι ο Ευριπίδης έγραψε και μια (χαμένη) τραγωδία με τον τίτλο Ιξίων και θέμα τον αμαρτωλό πατέρα του Πειρίθου. Όταν λοιδορήθηκε ότι παρουσίασε στη σκηνή έναν ασεβή, λέγεται ότι απάντησε ειρωνικά «Δεν τον έβγαλα από τα παρασκήνια, παρά μόνο αφού τον έδεσα καλά πάνω στον τροχό» (Πλούταρχος 19Ε), υπονοώντας την τιμωρία του Ιξίονος να περιστρέφεται αιώνια σε ένα τροχό. Πιο αναλυτικά για τον ευριπίδειο Πειρίθου βλ. Γ. Στούμπανου, Πειρίθους, μεταπτ. εργ., Πάτρα 2012, από την οποία έχω αντλήσει στοιχεία, αλλά οι απόψεις μας διαφέρουν αρκετά ως προς την ανασύνθεση της πλοκής.
[2] Η απελευθέρωση και του Πειρίθου πρέπει να είναι επινόηση του Ευριπίδη.
[3] Σύμφωνα με το μύθο ο Ηρακλής μυήθηκε και εξαγνίστηκε στα Ελευσίνια, πριν ξεκινήσει την Κατάβαση στον Κάτω Κόσμο για να βρει τον Κέρβερο.
[4] Εννοεί το πρώτο αμάρτημα του Ιξίονος, τη δολοφονία του πεθερού του, από το οποίο τον συγχώρησε ο Δίας.
[5] Υπονοεί την ένωση του Ιξίονος με το σύννεφο που είχε τη μορφή της Ήρας, θυγατέρας του Κρόνου. Ο Ιξίων διέδιδε πως ενώθηκε με την ίδια την Ήρα.
[6] Ο Πειρίθους ίσως σημείωνε παρακάτω το γεγονός ότι η δική του αμαρτία να επιθυμήσει την Περσεφόνη ήταν ανάλογη με αυτή του πατέρα του που επιθύμησε την Ήρα. Έτσι και η τιμωρία του να είναι δεμένος σ’ ένα βράχο αναλογεί στην τιμωρία του Ιξίονος να είναι δεμένος σ’ έναν τροχό.
[7] Η αιδώς αναφέρεται στην εσωτερική ηθική ανάγκη του Θησέα να τιμήσει τη φιλία και να συμπαρασταθεί στο φίλο του ακόμη και στον Κάτω Κόσμο. Τα δεσμά της φιλίας, σε αντίθεση με τα δεσμά που καταπιέζουν έναν Πειρίθου ή έναν Ιξίονα, δεν έγιναν από το χέρι κανενός χαλκουργού, είναι άυλα και αφορούν την ψυχή ποιότητα του ανθρώπου. Ο Θησέας γίνεται έτσι το πρότυπο της αθηναϊκής φιλίας, αλλά και υπόδειγμα για τη συμπεριφορά της ίδιας της πόλης του απέναντι στους φίλους της.
[8] Οι πλημοχόες ήταν αγγεία που χρησιμοποιούνταν την τελευταία μέρα των Ελευσινίων Μυστηρίων που πήρε από αυτά το όνομά της. Τοποθετούσαν ένα στην ανατολή, ένα στη δύση και στη συνέχεια τα αναποδογύριζαν και προσεύχονταν.
[9] Εδώ αναμιγνύονται θρησκευτικές και φιλοσοφικές ιδέες για τη φύση του χρόνου και την αιώνια κίνηση του ουρανού. Ο χρόνος γεννά τον ίδιο τον εαυτό, επομένως πρέπει να είναι αγέννητος και αιώνιος, ενώ υποκρύπτεται ίσως και μια ορισμένη έννοια κυκλικότητάς του. Το χωρίο μπορεί να έχει εμπνευστεί από φιλοσοφικά έργα κοσμολογικού ή αστρονομικού περιεχομένου (λ.χ. Αναξαγόρας ή Ηράκλειτος) ή και από μυστικές διδασκαλίες (λ.χ. Ορφικοί -ο Διόδωρος 4.25.1.5. αναφέρει ότι ο Ηρακλής στον άθλο του Κέρβερου μυήθηκε στα Ελευσίνια από τον ίδιο το Μουσαίο, γιο του Ορφέα). Σ’ αυτό και το επόμενο απόσπασμα υπάρχουν υφολογικές και λεξιλογικές ομοιότητες με τους ορφικούς ύμνους, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση ότι έχουμε να κάνουμε με ορφικές παραδόσεις. Ο Χρόνος κατέχει κεντρική θέση στις ορφικές κοσμογονίες.
[10] Πιθανότατα το απόσπασμα απευθύνεται στον Χρόνο, όπως και το προηγούμενο. Ο χρόνος έχει εδώ τις ιδιότητες του αναξαγόρειου Νου που τακτοποιεί τα πάντα από το πρότερο χάος, δημιουργώντας τον κόσμο και την αιώνια περιστροφή του. Στους ατομικούς φιλοσόφους το σύμπαν δημιουργείται από μια δίνη. Στον ορφικό πάπυρο του Δερβενίου Όλυμπος είναι ο Χρόνος και ο Αέρας είναι ο προαιώνιος Νους που οι άνθρωποι του έδωσαν το όνομα Ζευς.
[11] Ο Ηρακλής επιμένει στην τιμιότητα της μητέρας του Αλκμήνης: ο Δίας την εξαπάτησε και ενώθηκε μαζί της με τη μορφή του συζύγου της Αμφιτρύωνα.
[12] Ο Ηρακλής περιπλανήθηκε αναζητώντας είσοδο για τον Άδη.
[13] Αξιοπρόσεκτη η μεταφορά από την ρίψη του ακοντίου. Η θέληση του ανθρώπου εδώ προηγείται και έπεται η βοήθεια της τύχης.
[14] Ο Πειρίθους αναφέρεται στα φίδια που τον φρουρούν και πιθανώς υπονοεί (αν λάβουμε υπόψη την απάντηση του χορού) ότι έχει καταλάβει το λάθος του.
[15] Ο Ηρακλής δείχνει να αγνοεί την αιτία της τιμωρίας του Πειρίθου και προφανώς ζητά να την μάθει. Ωστόσο φαίνεται να γνωρίζει την ταυτότητα του Πειρίθου, αφού έχουν συναντηθεί ξανά (βλ. παρακ.).
[16] Η λέξη που χρησιμοποιεί ο Πειρίθους στο πρωτότυπο είναι «άθλος» που σημαίνει και τα βάσανα, αλλά παραπέμπει και στους άθλους του Ηρακλή. Ίσως η χρήση της λέξης εδώ να έχει ηθελημένα αμφίσημη και ειρωνική χροιά: οι «άθλοι» του Πειρίθου είναι η ασέβειά του προς τους θεούς, σε αντίθεση με τους άθλους ενός πραγματικού ήρωα, όπως ο Ηρακλής.
[17] Ο Πειρίθους δεν είναι σε θέση να δει τον ομιλητή λόγω της ομίχλης που καλύπτει την όρασή του (πιθανώς ως μέρος της τιμωρίας του). Η φωνή που ακούει του θυμίζει κάτι, γεγονός που επιβεβαιώνει ο Ηρακλής: οι δυο τους έχουν συναντηθεί πριν από καιρό. Ωστόσο δεν μας είναι γνωστή από αλλού κάποια παράδοση για μια συνάντηση μεταξύ του Ηρακλή και του Πειρίθου, προτού ο τελευταίος καταλήξει στον Άδη. Ίσως να πρόκειται για επινόηση του Ευριπίδη (άραγε ως ένα επιπλέον κίνητρο για τον Ηρακλή να ελευθερώσει και τον Πειρίθου;).
[18] Τα λόγια του Ηρακλή είναι φθαρμένα, αλλά μοιάζει να εννοεί ότι είναι λογικό που ο Πειρίθους δεν μπορεί να αναγνωρίσει τη φωνή και τη μορφή του Ηρακλή: τόσος καιρός πέρασε από τη συνάντησή τους και επιπλέον είναι ταλαιπωρημένος από την τιμωρία του. Ο Ηρακλής ξεκινά να του θυμίσει το παρελθόν, αλλά ο Πειρίθους του ζητά να σωπάσει. Δεν ξέρουμε γιατί, αλλά υποθέτω ότι μόλις κατάλαβε με ποιον έχει να κάνει και θέλει να το πει από μόνος του.
[19] Ο Ηρακλής και ο Θησέας γνωρίζονταν από την εποχή που συμπολέμησαν τις Αμαζόνες. 
[20] Οι Αθηναίοι αρέσκονταν να ακούν στο θέατρο ή τους επιτάφιους λόγους για τη βοήθεια που προσέφεραν πάντοτε σε όλους τους κατατρεγμένους. Αυτή η προθυμία τους για βοήθεια τους «ανάγκασε» να αναλάβουν την προστασία των Ιώνων συγγενών τους μετά τα Περσικά και να δημιουργήσουν την ισχυρή συμμαχία τους. Η διαχρονική αλληλεγγύη προς τον φίλο και τον αδύναμο ήταν ένα από τα επιχειρήματα στα οποία βάσιζαν ηθικά οι Αθηναίοι την ηγεμονία τους επί των συμμάχων τους. Ο Θησέας ενσαρκώνει εδώ το μυθικό πρότυπο για την ίδια την πόλη του: υπήρξε προστάτης των ικετών στις Ικέτιδες του Ευριπίδη ή στον Οιδίποδα επί Κολωνό του Σοφοκλή. Τα λόγια επαίνου στο στόμα του μεγαλύτερου Έλληνα ήρωα, του Ηρακλή, φιλοτεχνούν μια κολακευτική εικόνα του Θησέα και της Αθήνας.
[21] Το νόημα δεν είναι σαφές και οι φιλόλογοι δεν συμφωνούν ως προς το τι εννοεί ο Ηρακλής εδώ. Κατά τη γνώμη μου πρέπει να λάβουμε υπόψη όσα ακολουθούν: αν ο Ηρακλής επιστρέψει στις Μυκήνες έχοντας δεχτεί τη βοήθεια του Θησέα και του Πειρίθου στον άθλο του Κέρβερου, θα πρέπει να βρει μια δικαιολογία απέναντι στον Ευρυσθέα για ποιο λόγο δέχτηκε να τον βοηθήσουν, κάτι που δεν του αρέσει, ακόμη κι αν η δικαιολογία είναι καθαυτή ηθικά επαρκής (έπρεπε να βοηθήσει φίλους που με τη σειρά τους έπρεπε να τον βοηθήσουν, για να ανταποδώσουν).
[22] Στο απόσπασμα ίσως υπόκειται η σοφιστική διάκριση ανάμεσα στη φύση (ήθος) και το νόμο. Το ήθος αποδεικνύεται ισχυρότερο, επειδή ο νόμος είναι μια σύμβαση και μπορεί να αλλάξει ή επιτήδεια να παρερμηνευτεί. Συγχρόνως έχουμε και έναν υπαινιγμό στη δύναμη του λόγου και την παραπλανητική γοητεία του.