Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Nora May French, Επιλογή ποιημάτων



ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ
Βλέπω πάνω στο κίτρινο χείλος της ερήμου,
πέρα απ’ την βαδισμένη άμμο και τη λευκή τη χλόη
του επίπεδου μεσημεριού που ’ναι ανυπόφορα λαμπρό,
μια πορφυρή σαγήνη αγάπης θεϊκής και δυσδιάκριτης.
Σπεύδω προς τα λεπτά, τα όλο φύλλα φοινικόδεντρα-
πηγές της πόλης της απόλαυσης-
και στέκομαι έκπληκτος, σε πείσμα της καρδιάς μου,
σ’ άδεια ισιώματα, όπου θερμοί πλέουν ορίζοντες.
Θα κερδίσω επιτέλους, εγώ που τ' όραμα αγαπώ ,
τις πύλες της πόλης με την αληθινή αγάπη της αγάπης;
Εγώ, κουρασμένος, περιπλανώμενος στην έρημο, γνωρίζοντας το εξής:
πως περιμένοντάς με οι πόρτες οι χρυσές είναι κλειστές
και οργιές βαθιά στο όνειρο η πριγκίπισσα προσμένει
με το καμπύλο στόμα της ανασηκωμένο για το φίλημα.

MIRAGE
I see upon the desert’s yellow rim,
Beyond the trodden sand and herbage white
Of level noon intolerably bright,
A purple lure of love divine and dim.
I hasten toward the fronded palm trees slim—
The fountains of the city of delight—
And stand bewildered to my heart’s despite
In empty plains where hot horizons swim.
Will I who love the vision gain at last
For very love of love the city’s gates?
I, weary, desert-wandering, knowing this:
That waiting me the golden doors are fast,
And fathom-deep in dream the Princess waits,
Her curving mouth uplifted for the kiss.

ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ
ΙΙ
Μια μνήμη δακρύων κείνη την ημέρα,
μικρών κι οικτρών ζωών που τις κακομεταχειρίστηκαν:
το πεσμένο πουλί που δεν μπορέσαμε να σώσουμε,
η πεταλούδα που βοηθήσαμε και τραυματίσαμε.
Και τελευταία, για να γεμίσει μάτια που μετανοούν,
πιο φωτεινή και εύθραυστη απ’ όσα είναι φτερωτά,
η πίστη μιας στιγμής, η αγάπη μίας ώρας,
θρηνώντας τη σκόνη με σπασμένα τα φτερά.

ΜOODS
II
A memory of tears that day,
Of small and piteous lives misused:
The fallen bird we could not save, -
The butterfly we helped and bruised.
And last, to fill repentant eyes,
Most bright and frail of winged things
A moment’s faith, an hour’s love,
Grieving the dust with broken wings.

ΕΝΑΣ ΤΟΠΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
Εδώ θα πιούμε ευχαριστημένοι, σύντροφέ μου,
εδώ, όπου το ρεύμα το μικρό, τον ήλιο για να συναντήσει,
ρέει προς τα κάτω από βράχο κίτρινο σαν κίτρινο κρασί.
Εδώ θα ρίξουμε ένα φύλλο για τις μακρινές ακτές,
σ’ αυτό θα κλείσουμε μια λέξη για τη Χώρα των Θαυμάτων-
το γαλάζιο Άγνωστο πέρα από τις συκομουριές.

A PLACE OF DREAMS
Here will we drink content, comrade of mine
Here, where the little stream, to meet the sun,
Flows down a yellow rock like yellow wine.
Here will we launch a leaf to distant shores,
And in it shut a word for Wonderland
The blue Unknown beyond the sycamores.

Η ΘΡΗΝΩΔΟΣ
Μιας κι η αγάπη μου μιλά με κύματα κι αφρούς,
ποτέ με λέξεις, και λαχταρά όπως λυπάται το νερό
μ’ άσπρους βραχίονες που καμπυλώνουν σ’ άτονη ακτή
και μ’ άναρθρα μουρμουρητά όπως τα φύλλα-
Έγινα η αγαπημένη της νύχτας-
οι απέραντοι οι θαλασσότοποί της, άρρητοι και μακρινοί,
έχουνε μαζεμένη Θλίψη και λαμπρή, με μάτια φωτεινά γεμάτη,
και Πόνο που το μέτωπό του το στολίζει μ’ ένα αστέρι.

THE MOURNER
Because my love has wave and foam for speech,
And never words, and yearns as water grieves,
With white arms curving on a listless beach,
And murmurs inarticulate as leaves-
I am become beloved of the night-
Her huge sea-lands ineffable and far
Hold crouched and splendid Sorrow, eyed with light,
And Pain who beads his forehead with a star.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΒΡΟΧΕΣ
Είν’ ένα ασημί διάστημα ανάμεσα σε δυο βροχές.
Η θύελλα που νανουρίζει έδωσε στη μέρα
μια νηνεμίας ώρα και τυραννισμένο γκρι.
Ο κόσμος έχει στεγνώσει από χρώμα. Μένει το φως.
Πέρα από την καμπυλωτή ακτή γογγύζει γλάρος.
Δίχως σταματημό, στους προμαχώνες της ακτής
-με λάμψη ασπίδων και με το στριφογύρισμα αφρού που εξατμίζεται-
χτυπούνε οι μεγάλες θάλασσες, το γκρίζο κύμα πολεμά και σβήνει.
Είν’ ένα ασημί διάστημα ανάμεσα σε δυο βροχές.
Μία διάθεση πολύ γλυκιά για δάκρυα, για τη χαρά πολύ χλωμή.
Ποια ταραχή μας σάρωσε ή μας πλησίασε, εσέ κι εμέ;
Τούτη την ώρα μιαν ομίχλη από φως είναι στις πεδιάδες
και προς τη θάλασσα τραβά ξανά με λαμπερά ιστία
το φορτωμένο πλοίο των ονείρων μας στον ουρανό από κάτω.

BETWEEN TWO RAINS
It is a silver space between two rains;
The lulling storm has given to the day
An hour of windless air and riven grey;
The world is drained of color; light remains.
Beyond the curving shore a gull complains;
Unceasing, on the bastions of the bay,
With gleam of shields and veer of vaporing spray
The long seas fall, the grey tide wars and wanes.
It is a silver space between two rains:
A mood too sweet for tears, for joy too pale—
What stress has swept or nears us, thou and I?
This hour a mist of light is on the plains,
And seaward fares again with litten sail
Our laden ship of dreams adown the sky.

Σ’ ΑΔΕΙΕΣ ΑΥΛΕΣ
Η αγάπη του είναι ζεστή και σταθερή ωσάν τον ήλιο,
σαν το ηλιόφως που στους έξω χώρους σπαταλιέται,
σ’ άδειες αυλές όπου κυλώντας τρέχουν σιντριβάνια,
και λουλούδια ανθίζουν- και νιώθει πολύ καλά.
Σ’ εσέ η καρδιά μου πρέπει να στραφεί για όλο το φως της-
αλίμονο, απρόθυμο είναι το κερί που δίνεις!
Τόσο μικρό να κάνει φωτεινό τον εσώτερο ναό,
τόσο αμυδρό τη λάμψη για να δώσει απ’ την οποία ζω.
Είναι ο ήλιος, σημάδι για όλον τον κόσμο,
τόσο ζεστός κι όμορφος λάμπει! ούτε καταλαβαίνει
πως πρέπει να ζαρώνω ακόμα στο σκοτάδι,
φυλάγοντας μια φλόγα μικρή με χέρια στοργικά.

IN EMPTY COURTS
His love is warm and constant as the sun,
Like sunlight in the outer spaces spent,
In empty courts where tumbling fountains run,
And flowers bloom, and he is well content.
To you my heart must turn for all its light—
Alas, the grudging taper that you give!
So small to make the inner temple bright,
So dim to give the glow by which I live.
He is the sun, for all the world to mark,
So warm and fair he shines! nor understands
That I must still be crouching in the dark,
Shielding a little flame with loving hands



ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ
I
Σαν κάτω έσκυψα με χείλη πρόθυμα
πάνω απ’ τις πέτρες και τα δροσερά τα κάρδαμα,
βρήκα την κίτρινη σκηνή και το μικρό φεγγάρι
μες στη μικρή μου λίμνη του λυκόφωτος.

Τις παρυφές των δέντρων, το φεγγάρι που επιπλέει,
την φουσκωτή σκηνή προσπέρασα
και ρούφηξα ένα μικρό, θρυμματισμένο αστέρι,
πίνοντας βαθιά από τον ανακλασμένο ουρανό.
  
IN CAMP
I
As down I bent with eager lips
Above the stones and cresses cool—
The yellow tent, the little moon,
I found within my twilight pool.
The fringing trees, the floating moon,
The bubble tent—I passed them by,
And sipped a tiny, shattered star,
Deep drinking from that mirrored sky.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ,
IV
Πέρα από αυτή την πορφυρή σκιά λάμπει
o χρυσαφένιος κήπος μου ηχηρά με μέλισσες
Κι αέρινο γκρι και ασήμι πετά
στις πλαγιές με τα ελαιόδεντρα.

Προτού ξεδιπλωθεί ένα λουλούδι κοιμισμένο,
προτού γεννηθούν οι πρώιμοι άνεμοι,
ξύπνησα όλη χαρά σε έναν τέτοιο κόσμο
και μοιράστηκα το πρωί με τους σπίνους.

Με τη θύμηση της αγάπης, ξύπνησα και χαμογέλασα,
και άκουσα τους πρωινούς σπίνους να τραγουδούν
και τραγούδησα για την αγάπη κι εκείνοι για την άγρια
χαρά του τραγουδιού, του ήλιου και της άνοιξης.


THE SPANISH GIRL
SECOND PART,
IV

Beyond this purple shadow glows
My golden garden loud with bees,
And windy grey and silver flows
Along the slopes of olive trees.
Before a sleeping flower uncurled,
Before the early winds were born,
I woke for joy in such a world,
And with the linnets shared the morn.
Remembering love, I woke and smiled,
And heard the morning linnets sing,
And sang for love, and they for wild
Delight of song and sun and spring.

VII
Τα μάτια μου είναι ίσα με το χορτάρι,
και πάνω κάτω σε κάθε λεπτή του κλίση
παρακολουθώ τον μικροσκοπικό του κόσμο να περνά.
Ο ήλιος με νανούρισε μισοκοιμισμένη.

Κι όλο κάτω από την αναπνοή μου τραγουδώ ...
Αυτή η χαρά μου είναι γλυκιά να την κρατήσω!
Τέτοιο θησαυρό είχε ο μίζερος βασιλιάς
που έβαφε την ίδια τη δροσιά σε χρυσάφι.

Βαθιά στο ηλιόλουστο γρασίδι είμαι ξαπλωμένη
και αναπνέω τα αρώματα του κήπου που οδηγεί ο άνεμος,
τόσο χαρούμενη που αν ήταν να πεθάνω
δεν θα μπορούσαν να με παρηγορήσουν με τον Ουρανό.

VII

MY eyes are level with the grass,
And up and down each slender steep
I watch its tiny people pass.
The sun has lulled me half asleep.

And all beneath my breath I sing ...
This joy of mine is sweet to hold!
Such treasure had the miser king
Who brushed the very dew to gold.

Deep in the sunny grass I lie
And breathe the garden scents wind-driven,
So happy that if I should die
They could not comfort me with Heaven.

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
Ι
Κάποτε ένιωσα τον ήλιο σ’ όλες τις φλέβες μου,
και άνθισα σε κρυστάλλινα πρωινά, σαν λουλούδι,
και θρήνησα σαν λυπημένα ρόδα στις μακρές βροχές.
Ποιον πόνο αυτό το καλοκαιρινό το μεσημέρι αρνείται;

Κάποτε τα χέρια του ανέμου πάνω στα μαλλιά μου
θα μπορούσαν να με θεραπεύσουν σαν το άγγιγμα και το φιλί μητέρας.
Όταν μπορούσα να δώσω τις ελαφρές μου θλίψεις στον αέρα
ποτέ δεν γνώρισα ένα τόσο αιχμηρό αγκάθι σαν αυτό.

Η χαρά του λουλουδιού και του ανέμου και του κλαδιού που τραγουδά,
δεν έρχεται πάλι πίσω για δάκρυ και για θρήνο.
Ένα χρόνο πριν δεν είχα ψάξει όπως τώρα,
και βρήκα τον ουρανό ένα θόλο από άδειο μπλε.
  
I
One time I felt the sun in all my veins,
And bloomed on crystal mornings, flower-wise,
And mourned as roses sadden in long rains.
What pain is this the summer noon denies?
One time the hands of wind upon my hair
Could heal me like a mother’s touch and kiss.
When I could give my airy griefs to air
I never knew so sharp a thorn as this.
The joy of flower and wind and sighing bough—
It comes not back again for tears and rue.
A year agone I had not sought as now,
And found the sky a vault of empty blue.


ΔΥΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Εσύ αγαπάς το άσμα του πράσινου,
τα χαμηλόφωνα δέντρα, το μονόφωνο λιβάδι.
Φίλε μου, γι' αυτά είναι που προσεύχεσαι.
Αυτή η ξένη γη πρέπει να καλεί ανήκουστη, αόρατη,
ενώ μια αγαπημένη νότα έμαθε η καρδιά σου,
να πεινά γι’ αυτήν, μισό κόσμο μακριά.

Έλα μαζί μου στο ύψος μου,
και στάσου στο ηλιοβασίλεμα όταν οι άνεμοι είναι ακίνητοι,
παρακολουθώντας τις βαθουλές κοιλάδες να ξεχειλίζουν με φως,
τους κόκκινους καφέ και κίτρινους λόφους -φωνάζουν,
και στους ώμους του οικοδεσπότη που πορεύεται
οι λόγχες είναι αστραφτερά σημεία λευκού χρώματος.

Σπρώχνοντας πέρα από τα βαθιά και βαθμιαία μπλε,
οι φθίνουσες φωνές τους πεθαίνουν χλωμές στο βάθος
άφατα διαλυμένες σε οπάλινες αποχρώσεις.
Μπρος απ’ τον ουρανό οι τελευταίες γλυκές αντηχήσεις σβήνουν
ενώ όλη η Δύση τρέμει, πτυχή πάνω στην πτυχή
σε μια μεγάλη φωνή μια ζωηρή ηχώ από χρυσάφι.

TWO SONGS

YOU love the chant of green,
low-voiced trees, the meadow's monotone.
O friend of mine, it is for these you pray.
This alien land must call unheard, unseen,
While one beloved note your heart has known,
To hunger for it, half a world away.

Come with me to my height,
And stand at sunset when the winds are still,
Watching the hollow valleys brim with light,
The red and brown and yellow hills they shout,
And on the shoulders of the marching host
The bayonets are gleaming points of white.

Pressing beyond to deep and gradual blues,
Their lessening voices die in distance pale
Ineffably dissolved in opal hues;
Against the sky the last sweet echoes fail
While all the West is quivering, fold on fold
To one great voice one vibrant peal of gold.


THINK NOT, O LILIAS

Think not, O Lilias, that the love of this night will endure in the sun. Hast thou beheld fungi, white, evil, rosy-lined, poisonous, shrivel in the eyes of day? In this wilderness of strange hearts it is not thine alone that concerns me. Many brave hearts of men are more to me than thine. The hearts of men breathe deeply. As for thy heart, it runs from me, it is quicksilver, it does not concern me greatly.

ΜΗΝ ΣΚΕΦΤΕΙΣ, Ω ΛΙΛΙΑ

Μην σκεφτείς, ω Λίλια, ότι η αγάπη αυτής της νύχτας θα αντέξει στον ήλιο. Έχεις δεις μανιτάρια, άσπρα, μοχθηρά, με ρόδινες ραβδώσεις, δηλητηριώδη, να συρρικνώνονται στα μάτια της μέρας; Σ’ αυτή την έρημο των παράξενων καρδιών δεν είναι μόνο η δική σου που με ανησυχεί. Πολλές γενναίες καρδιές ανδρών αξίζουν περισσότερο για μένα από τη δική σου. Οι καρδιές των ανδρών αναπνέουν βαθιά. Όσο για την καρδιά σου, τρέχει μακριά από μένα, είναι υδράργυρος, δεν με απασχολεί πολύ.


ΠΙΟΤΕΡΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ

Ήταν μια χαρά της οποίας το βλαστάρι δεν έσπασα
ένα μικρό πράγμα που προσπέρασα με τα χέρια γεμάτα,
κι έριξα μια ματιά προς τα πίσω για χάρη της ομορφιάς.

Από όλα όσα τράβηξα και έπλεξα και πέταξα στην άκρη,
ήταν κάποιο χρώμα προτιμότερο απ’ τα υπόλοιπα;
Ξέρω μόνο ότι με ευχαρίστησαν καλά και πέθαναν.

Αλλά αυτό ζει ξέχωρα στο βλέμμα της Μνήμης,
ένα μικρό πράγμα, που κυρτώνει σαν μαργαριτάρι.
Νομίζω ότι η καρδιά του δεν είχε δει ποτέ το φως.

BEST-LOVED

IT was a joy whose stem I did not break
A little thing I passed with crowded hands,
And gave a backward look for beauty's sake.
Of all I pulled and wove and flung aside,
Was any hue preferred above the rest?
I only know they pleased me well, and died.
But this it lives distinct in Memory's sight,
A little thing, incurving like a pearl.
I think its heart had never seen the light.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Η Αμερικανίδα Nora May French (1881-1907) αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές εκπροσώπους της λεγόμενης ποίησης της Δυτικής Ακτής που άνθισε στην Καλιφόρνια, στους μποέμικους λογοτεχνικούς κύκλους της οποίας άτυπος αστέρας υπήρξε ο George Sterling (1869-1926) με την αντισυμβατική κοινότητα καλλιτεχνών που ίδρυσε στο όρος Carmel. Μαζί με την French ένα πλήθος άλλων ανθρώπων της τέχνης και των γραμμάτων, ανάμεσά τους οι Jack London, Ambrose Bierce, Mary Austin, Upton Sinclair, έγιναν μόνιμοι ή προσωρινοί θαμώνες της κοινότητας αυτής. Τα ελευθεριάζοντα ήθη ήταν το σήμα κατατεθέν της, ενώ την ίδια φήμη για την ανεξάρτητη συμπεριφορά της κέρδισε και η French. Τα προβλήματα κατάθλιψης που αντιμετώπιζε οδήγησαν στην αυτοκτονία της με υδροκυάνιο το Νοέμβριο του 1907 στο σπίτι του Sterling, προκαλώντας σκάνδαλο για την εποχή. Η μοναδική συγκέντρωση ποιημάτων της έγινε μετά θάνατον από φίλους της, το 1910, και μόνο πρόσφατα, το 2009 τα ποιήματά της επανεκδόθηκαν και πάλι με τον τίτλο The Outer Gate: The Collected Poems Of Nora May French (Hippocampus Press). Φύση-Έρωτας-Απαισιοδοξία είναι τα τρία κυριότερα μοτίβα της μικρής ποιητικής της παραγωγής.

[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Σταύρος Γκιργκένης]


ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ