Οι ιδιότητες του θείου Λόγου στον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα


Η έννοια του θεϊκού Λόγου υπήρχε από αιώνες στην ελληνική φιλοσοφική παράδοση. Στο Φίλωνα ο Λόγος αποτελεί έναν από τους θεμέλιους λίθους της σκέψης του. Ο Λόγος του Φίλωνα έχει πολλές ιδιότητες, οι κυριότερες από τις οποίες είναι οι έξης:

1.Στο Λόγο εντοπίζεται ο νοητός κόσμος. Ο νοητός κόσμος ως πρότυπο του ορατού εντοπίζεται μέσα στο θεϊκό Λόγο ή και ταυτίζεται κατά κάποιο τρόπο μ’ αυτόν, αφού ο τελευταίος ασχολείται με το έργο της δημιουργίας. Ο Λόγος είναι η αρχέτυπη σφραγίδα, το παράδειγμα, η αρχέτυπη ιδέα των ιδεών. Ο Λόγος, επιπλέον, εμπεριέχει τις δυνάμεις του Θεού που δρουν κατά τη δημιουργική διαδικασία. Ταυτόχρονα είναι η εικόνα του Θεού, ενώ ο κόσμος και ο άνθρωπος είναι η εικόνα της εικόνας.

2.Ο Λόγος είναι το όργανο της δημιουργίας. Ο Λόγος είναι το όργανο μέσω του οποίου ή με το οποίο ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο. Ο δημιουργός δεν έρχεται σε άμεση επαφή με την ύλη. αλλά χρησιμοποιεί το Λόγο ως ένα είδος μαχαιριού (τομεύς) που δρα με ακρίβεια και ικανότητα.

3.Ο Λόγος είναι ο αντικαταστάτης της κοσμικής ψυχής. Η έννοια της κοσμικής ψυχής απορρίπτεται από το Φίλωνα. Στη θέση της εισάγεται ο Λόγος ως διαρκής παρουσία του θεϊκού στοιχείου στον κόσμο. Ο Λόγος απλώνεται από το ένα άκρο του κόσμου ως το άλλο, τον συγκρατεί και αποτρέπει τη διάλυσή του. Ο Λόγος δεν αποτελεί ανεξάρτητη αρχή, αλλά παίρνει τις οδηγίες του από ψηλά, από το Θεό.

4.Ο Λόγος ταυτίζεται και με τον ανθρώπινο νου ή το λογικό μέρος της ψυχής. Άρα ο Λόγος είναι η πλευρά ή το μέρος της θεότητας που σχετίζεται με τον κόσμο. Κάθε φορά που ο Θεός έρχεται σε επαφή με την ύλη χρησιμοποιεί το Λόγο ως μεσάζοντα. Ο Λόγος δεν είναι ανεξάρτητη δημιουργική θεότητα. Ο Θεός είναι ο ποιητής και πατήρ που δημιουργεί, αλλά το κάνει αυτό στο επίπεδο του Λόγου του ως τόπου του νοητού κόσμου. Αλλιώς: ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο με την αμφίεση της δημιουργικής του δύναμης και με τη μεσολάβηση του Λόγου ως οργάνου της δημιουργίας.


"Εκείνος περιπλανιόταν σε όλο το άπειρο": η παράδοση για την αυτοτύφλωση του Δημόκριτου


Cicero, Tusc. disp. 5, 39, 114: «Ο Δημόκριτος, όταν στερήθηκε τα μάτια του, δεν μπορούσε πράγματι να ξεχωρίσει το λευκό από το μαύρο. Μπορούσε, όμως, να ξεχωρίσει το καλό από το κακό, το δίκαιο από το άδικο, το κόσμιο από το αισχρό, το χρήσιμο από το άχρηστο, το μεγάλο από το μικρό. Δίχως την ποικιλία των χρωμάτων μπορούσε να ζει ευτυχής, δεν μπορούσε όμως δίχως τη γνώση των πραγμάτων. Μάλιστα, αυτός ο άνδρας θεωρούσε ότι η όραση του νου εμποδίζεται από την όραση των ματιών και ενώ άλλοι άνθρωποι συχνά δε βλέπουν αυτό που είναι μπροστά στα πόδια τους, εκείνος περιπλανιόταν σε όλο το άπειρο[1]...».

Cicero, De fin. 5, 29, 87: «...Ο Δημόκριτος... ο οποίος (αν είναι αλήθεια ή ψέμα δε μας ενδιαφέρει να το ψάξουμε) λέγεται ότι στέρησε από τον εαυτό του τα μάτια του -σίγουρα για να αποσπάται η διάνοια του όσο το δυνατόν λιγότερο από τους λογισμούς της-, αμέλησε την πατρική του περιουσία, άφησε τα χωράφια του ακαλλιέργητα, αναζητώντας τι άλλο αν όχι την ευτυχισμένη ζωή;».[2]

Gellius, Noct. Att. 10, 17: «Για το Δημόκριτο, το φιλόσοφο, είναι γραμμένο σε μνημεία της ελληνικής ιστορίας... ότι στέρησε με δική του θέληση τα μάτια του από το φως τους, επειδή πίστευε ότι οι σκέψεις και οι συλλογισμοί του νου του... θα ήταν ζωηρότεροι και ακριβέστεροι, εάν τους απελευθέρωνε από το δέλεαρ της όρασης και τα εμπόδια των οφθαλμών του».

Laberius, Restio 90-94 Bonaria:
«Ο Δημόκριτος, ο Αβδηρίτης, ο φυσικός φιλόσοφος,
ασπίδα τοποθέτησε απέναντι στην ανατολή του ήλιου,
για να μπορέσει τα μάτια να εξορύξει χάρη στη λάμψη του χαλκού.[3]
Έτσι με τις ακτίνες του ήλιου εξόρυξε το βλέμμα των ματιών του,
για να μη βλέπει να ευτυχούν πολίτες μοχθηροί».

Πλούταρχος, Περί πολυπρ. 521D: «Γιατί είναι ψέμα εκείνο που λέγεται, ότι δηλαδή ο Δημόκριτος τύφλωσε από μόνος του τα μάτια του, (αφού τα προσήλωσε πάνω σε πυρακτωμένα κάτοπτρα και δέχτηκε την αντανάκλασή τους ), για να μην ταράζουν τη διάνοιά του, καλώντας την συχνά προς τα εξωτερικά πράγματα, αλλά να τον αφήνουν να κάνει την ενδοσκόπησή του και να δαπανά τον καιρό του με τα νοητά, σαν παράθυρα που βλέπουν στο δρόμο αλλά σφραγίστηκαν» .

Ιμέριος, Κατ’ Επικούρου 135 Colonna: «Ο Δημόκριτος με τη θέλησή του προσπαθούσε να είναι άρρωστος σωματικά, για να είναι υγιής στα ανώτερα».

Τertullianus, Apolog. 46: «Ο Δημόκριτος με το να τυφλώσει τον εαυτό του, επειδή δεν μπορούσε να αντικρίζει τις γυναίκες δίχως να τις επιθυμεί και θλιβόταν αν δεν τις υπέτασσε, ομολογεί την ακολασία του διορθώνοντάς την».




[1] Αυτή η διατύπωση φαίνεται να αποτελεί απάντηση στο πολύ παλιό ανέκδοτο για τον αφηρημένο επιστήμονα που απασχολημένος με τον ουρανό έχει αποκοπεί από την απτή πραγματικότητα. Βλ. π.χ. όσα λέγονται για το Θαλή στο Θεαίτητο (174Α) του Πλάτωνα. Η πολεμική που εκφράζει το χωρίο μας ενάντια στην εικόνα του αφηρημένου επιστήμονα μπορεί να έχει ως απώτερη πηγή της τον ίδιο το Δημόκριτο, τη συμμερίζονταν όμως αναμφίβολα και οι Επικούρειοι. Άλλωστε, ο Λουκρήτιος (De rerum natura 1, 72-74) μεταφέρει τη φράση infinitatem omnem peregrinabatur στον Επίκουρο.
[2] Σ’ αυτό το απόσπασμα έχουμε την εξέλιξη του θρύλου για την τυφλότητα του Δημόκριτου: ο Δημόκριτος τύφλωσε μόνος τον εαυτό του. Ο Κικέρων δείχνει να δυσπιστεί σ’ αυτήν την εκδοχή (vere falsone), όπως και ο Πλούταρχος. Αιτία της εμφάνισής της αποτελεί ίσως η άποψη του Δημόκριτου ότι μόνη η εμπειρία των αισθήσεων δεν αρκεί, αλλά χρειάζεται και η κριτική παρέμβαση του νου. Αν η γνώση που αποκτάμε μέσω των αισθήσεων είναι τυφλή (σκοτίη), αλλά η γνώση που αποκτάμε με τη βοήθεια του νου είναι γνήσια (γνησίη), τότε ο σοφός αν βγάλει τα μάτια του θα βλέπει καλύτερα. Αυτό το συμπέρασμα με βάση τα λόγια του Δημόκριτου μπορούσε να εξαχθεί μόνο σε μια εποχή που απέρριπτε εντελώς τα δεδομένα των αισθήσεων και αντέτασσε σ’ αυτές τον καθαρό νου. Αυτή είναι η εποχή του Πλάτωνα και αργότερα.
                Αξίζει να προσεχτεί με ποιο τρόπο αλλάζει σιγά σιγά η αιτιολογία της αυτοτύφλωσης του Δημόκριτου. Στον Κικέρωνα και το Γέλλιο ο σκοπός του Δημόκριτου είναι να προφυλάξει το νου από την απάτη των αισθήσεων. Το ίδιο υπονοεί και ο Πλούταρχος. Στο Λαμπέριο η αιτία είναι ηθική: ο Δημόκριτος δεν ήθελε να βλέπει την ευημερία των κακών ανθρώπων. Τέλος, στον Τερτυλλιανό έχουμε την χριστιανική άποψη: ο Δημόκριτος προσπάθησε να απαλλαγεί από τον πόθο των γυναικών.
[3] Εδώ η ασπίδα λειτουργεί ως κοίλο κάτοπτρο (βλ. το επόμενο απόσπασμα).

Πίνδαρος, Παιάνας 12ος στον Δήλιο Απόλλωνα (για λογαριασμό των Ναξίων)

 

          Ο παιάνας αυτός κατά πιθανότητα γράφτηκε για λογαριασμό μιας θεωρίας των Ναξίων στη Δήλο: οι στίχοι 5-6 αναφέρουν ότι ο Απόλλωνας έρχεται συχνά από τη Νάξο στη Δήλο. Η υποδοχή του Απόλλωνα από την Άρτεμη στη Δήλο, όπου καταφτάνει πάνω σε ένα φτερωτό άρμα, αποτελεί σύνηθες θέμα στην αρχαϊκή και κλασική αγγειογραφία.

            (o πρώτος στίχος είναι φθαρμένος)
[                      ] (ο Απόλλωνας) με τις εννέα Μούσες...
κι ωραία, Άρτεμη, [                             ]
που το κρεβάτι της γέννας προσέχεις,[1] λουλούδια
ύμνων δρέπεις. Συχνά ο Απόλλων έρχεται
απ’ τη Νάξο για να δει θυσία καλά θρεμμένων
προβάτων μαζί με τις Χάριτες[2]
πλάι στον Κύνθιο γκρεμό,[3] όπου [       ]
λεν ότι ο μαυροσύννεφος που με λάμψη βροντά
Δίας καθόταν
στην κορυφή ψηλά και πρόσεχε με φροντίδα,[4]
τότε που η όλο ευγένεια
θυγατέρα του Κοίου[5] λυνόταν απ’ το τερπνό της
το βάσανο. Κι έλαμψαν σαν του ήλιου τον κύκλο
οι δίδυμοι, καθώς έβγαιναν στο φως το λαμπρό,
και μεγάλη κραυγή απ’ το στόμα τους άφησαν
η Ειλείθυια και η Λάχεση. Κι ότι τελέστηκε [  ]
καταλάμβαναν [                                              ]
[          ] φώναξαν κι οι ντόπιες[6]
που ο λαμπρός στα [                            ]




[1] Εδώ εννοείται το σημείο, όπου η Λητώ γέννησε την Άρτεμη και τον Απόλλωνα. Η Άρτεμη παρουσιάζεται να προσέχει η ίδια αυτό το ιερό σημείο.
[2] Στη Δήλο υπήρχε από τον 7ο αιώνα π.Χ. άγαλμα του Απόλλωνα, ο οποίος κρατά στο αριστερό χέρι το τόξο και τις τρεις Χάριτες στο δεξί (βλ. Παυσ. 9, 35, 3). Παρόμοιο πρέπει να ήταν και το μεγάλου μεγέθους αρχαϊκό άγαλμα του Απόλλωνα που οι Νάξιοι τοποθέτησαν γύρω στα 600 π.Χ. δίπλα στον οίκο τους στη Δήλο.
[3] Ενν. το βουνό Κύνθος που υψώνεται πάνω από το ιερό της Δήλου.
[4] Στην εκδοχή της γέννησης του Απόλλωνα και της Λητώς που παρουσιάζει ο ομηρικός ύμνος στον Απόλλωνα ο Δίας είναι ουσιαστικά απών, ενώ ο τοκετός της Λητώς δύσκολος εξαιτίας της ζήλιας της Ήρας. Εδώ αντίθετα ο Δίας παρουσιάζεται να επιβλέπει τη γέννα, ενώ και ο τοκετός της Λητώς χαρακτηρίζεται «τερπνός». Με λίγα λόγια η εκδοχή του Πινδάρου τείνει να αποσιωπήσει τις σκληρές πλευρές τις ιστορίας και να την εξευγενίσει.
[5] Ενν. η Λητώ, κόρη του Τιτάνα Κοίου.
[6] Κατά πάσα πιθανότητα εννοούνται οι Νύμφες της νήσου κι όχι θνητές γυναίκες (πβ. Καλλ., Ύμν. 4, 256), αφού η Δήλος δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι κατοικούνταν από ανθρώπους πριν τη γέννηση του Απόλλωνα. Ωστόσο ο χορός των Νυμφών μπορεί να θεωρηθεί ως το μυθικό πρότυπο των ιστορικών χορών των Δηλιάδων γυναικών, οι οποίες ήταν ντόπιες γυναίκες της Δήλου. 

Πίνδαρος, Παιάνας 5ος στον Δήλιο Απόλλωνα


            Από τον παιάνα αυτόν προς τον Απόλλωνα της Δήλου λείπουν οι 34 πρώτοι στίχοι. Στους στίχους που σώζονται γίνεται αναφορά στην ιωνική μετανάστευση από την κυρίως Ελλάδα, και μέσω της Εύβοιας, στις Κυκλάδες και τη Δήλο, ενώ από ένα σχόλιο στο περιθώριο του παπύρου μαθαίνουμε ότι πατρίδα των Ιώνων αναφερόταν από τον Πίνδαρο η Αθήνα. Επομένως, ο παιάνας αυτός πρέπει να γράφτηκε για λογαριασμό κάποιας αθηναϊκής αποστολής χορού στη Δήλο και να εκτελέστηκε στο νησί. Ο Πίνδαρος μπορεί να ακολούθησε και ο ίδιος τη θεωρία των Αθηναίων στη Δήλο, αφού εύχεται στο ποίημα η Άρτεμη και ο Απόλλωνας να τον υποδεχτούν με ευμένεια. Πάντως, αυτή η υπόθεση δεν είναι απόλυτα βέβαιη, αφού στους συγκεκριμένους στίχους μπορεί να μιλά ο χορός για τον εαυτό του ή εναλλακτικά ο ποιητής να θεωρεί ότι κατά κάποιο τρόπο και μεταφορικά το ποίημά του τον αντιπροσωπεύει στο νησί. Ο παιάνας μπορεί να προοριζόταν για εκτέλεση στην ετήσια θεωρία των Αθηναίων στη Δήλο, με σκοπό να γιορταστεί η νίκη του Θησέα επί του Μινώταυρου. Το ποίημα δεν παρουσιάζει τη μετρική και νοηματική πολυπλοκότητα άλλων συνθέσεων του Πινδάρου, γεγονός που μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι δεν προοριζόταν για ανταγωνισμό με άλλους ποιητές.

                        ...την Εύβοια
κυρίεψαν και κατοίκησαν[1]
           
            -ιήϊε Δήλιε Απόλλων-
            και τα διάσπαρτα νησιά[2] που ’χουν κοπάδια πρόβατα
            έχτισαν και την ξακουστή κατέκτησαν
            Δήλο, αφού σ’ αυτούς ο Απόλλων
            έδωσε ο χρυσομάλλης
            το κορμί της Αστερίας να οικούνε,[3]

            -ιήϊε Δήλιε Απόλλων-
            όπου παιδιά της Λητώς
            μακάρι να δεχτείτε εμένα με νου ευμενή, τον θεράποντά
            σας με την ηχηρή,
            μελωδική του φημισμένου
παιάνα φωνή.[4]




[1] Εννοούνται. οι Αθηναίοι. Οι Αθηναίοι ισχυρίζονταν ότι η πόλη τους ήταν η μητρόπολη των ιωνικών πόλεων της Μ. Ασίας και των νησιών του Αιγαίου. Ο μύθος του βασιλιά της Αθήνας Ιώνος, γιου του Απόλλωνος και προγόνου των Ιώνων, εξυπηρετούσε αυτόν τον ισχυρισμό των Αθηναίων και βρήκε την πληρέστερη ανάπτυξή του στην τραγωδία του Ευριπίδη Ίων. Ο λόγος, για τον οποίο οι Αθηναίοι επέμεναν σ’ αυτήν την εκδοχή για την καταγωγή των Ιώνων, φαίνεται να σχετίζεται με την πολιτική πραγματικότητα του 5ου αιώνα π.Χ: η δημιουργία της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας μετά τους Περσικούς Πολέμους, στην οποία κυριαρχούσε το ιωνικό στοιχείο, ανάγκασε τους Αθηναίους να επιμένουν στον τονισμό της καταγωγής των Ιώνων από την Αθήνα, ώστε να δικαιολογούν σε μυθικό επίπεδο την ηγετική θέση της Αθήνας στη συμμαχία.
[2] Ενν. του Αιγαίου. Η έκφραση σποράδας νάσους δε σημαίνει εδώ τις Σποράδες.
[3] Ο μύθος έλεγε ότι η αδερφή της Λητώς, η Αστερία, προσπάθησε να αποφύγει τον έρωτα του Δία πέφτοντας στη θάλασσα, όπου μεταμορφώθηκε σε νησί, τη Δήλο. Βλ. Καλλίμ., Ύμν. 4, 36-40. Ο Πίνδαρος παρουσιάζει τον Απόλλωνα να παραχωρεί τη Δήλο στους Αθηναίους, θεμελιώνοντας έτσι σε μυθικό επίπεδο την κυριαρχία των Αθηναίων στη Δήλο από την εποχή του Πεισίστρατου (Ηρόδ. 1, 64 / Θουκ. 3, 104).
[4] Η έμφαση στα ποιητικά και μουσικά χαρίσματα του ποιητή δεν αποτελεί κομπασμό ενώπιον ενός ανθρώπινου ακροατηρίου, αλλά αποτελεί δήλωση ταυτότητας προς τους θεούς: η ικανότητα να συνθέτει κανείς έναν μελωδικό παιάνα θεμελιώνει το δικαίωμα του συνθέτη να ηγείται ενός χορού στη λατρεία των θεών.

Πίνδαρος, ο χαμένος 6ος δελφικός παιάνας προς τιμήν του Απόλλωνα

           

O Πίνδαρος συνέθεσε αυτόν τον παιάνα για έναν δελφικό χορό νεαρών ανδρών με την ευκαιρία της ετήσιας γιορτής των Θεοξενίων. Ο τίτλος του ποιήματος, όπως δίνεται στο περιθώριο του παπύρου που διέσωσε το έργο, γράφει Δελφοῖς εἰς Πυθώ («για τους κατοίκους των Δελφών στην Πυθώ»), δηλαδή ο Πίνδαρος έγραψε αυτόν τον ύμνο για να εκτελεστεί στην Πυθώ (=τους Δελφούς), από τους κατοίκους των Δελφών. Στους στίχους 7-11 ο ποιητής λέει πως άκουσε ότι το μαντείο έχει ανάγκη από έναν χορό ανδρών και ότι ο ίδιος σκοπεύει να αξιοποιήσει αυτήν την έλλειψη προς δόξα του ίδιου και των Δελφών. Στους στίχους 58-61 εξειδικεύει την περίσταση: παρακολουθεί μια σημαντική γιορτή του Απόλλωνα, τα Θεοξένια. Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα σε ποιο έτος συντέθηκε ο παιάνας και οι χρονολογίες που έχουν προταθεί κυμαίνονται από το 490 ως το 461 π.Χ.
Το κείμενο του παπύρου παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες: η τρίτη τριάδα στροφών μοιάζει να έχει ελάχιστα κοινά στοιχεία πέραν του μέτρου με τις δύο προηγούμενες. Ανοίγει απότομα με έναν έπαινο του νησιού Αίγινα, περνά κατόπιν στην ένωση του Δία και της νύμφης Αίγινας και στη γέννηση του Αιακού. Αν και μεγάλο μέρος στίχων αυτής της τριάδας έχει χαθεί, είναι φανερό ότι περιλάμβανε τον έπαινο των απογόνων του Αιακού. Έτσι αυτό το τμήμα του ποιήματος φαίνεται να μη σχετίζεται καθόλου με το προηγούμενο δελφικό του τμήμα. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει η τάση να αντιμετωπίζεται το κομμάτι που αφορά στην Αίγινα ως ανεξάρτητο ποίημα και κάποιες γραφές στο περιθώριο του παπύρου φαίνεται να ενισχύουν αυτήν την άποψη.[1]
Ο παιάνας ανοίγει με μια πρωτοπρόσωπη αποστροφή προς την Πυθώ, τον ιερό τόπο του δελφικού μαντείου, ζητώντας από τη θεότητα να δεχτεί τον προφήτη των Πιερίδων  Μουσών στην παρέα των Χαρίτων και της Αφροδίτης (1-6). Ο ποιητής άκουσε πως η Κασταλία πηγή (=Δελφοί) έχει έλλειψη ενός χορού ανδρών. Για να αποφύγουν την ντροπή οι κάτοικοι των Δελφών, αλλά και ο ίδιος, ο ποιητής αποφάσισε να έρθει με ένα τραγούδι, υπακούοντας στο καθήκον, όπως ένα παιδί στη μητέρα του (7-18). Οι επόμενοι 30 στίχοι είναι κατεστραμμένοι και όταν το κείμενο ξαναγίνεται αναγνώσιμο, βλέπουμε να τίθεται ένα ερώτημα για το πότε ξεκίνησε κάτι που αφορά τους αθάνατους (50). Δυστυχώς το κείμενο δεν μας προσφέρει τη δυνατότητα να δούμε για ποιο πράγμα γίνεται λόγος, αλλά η πιθανότερη συμπλήρωση υποδεικνύει ότι ο ποιητής αναρωτιέται για το πότε ξεκίνησε να εορτάζεται η συγκεκριμένη τελετή, για την οποία γράφτηκε το ποίημα. Ο Πίνδαρος μας λέει κατόπιν ότι τέτοιες πληροφορίες δεν είναι προσιτές στον άνθρωπο, παρά μόνο μέσα από τη θεϊκή γνώση των Μουσών, τις οποίες κατόπιν επικαλείται να τον βοηθήσουν στην αφήγησή του σχετικά με την καθιέρωση των Θεοξενίων. (51-61).

Ο Τήλεφος του Αρχίλοχου (P. Oxy. 4708)


Σχετικά πρόσφατο (2004) παπυρικό απόσπασμα από την Οξύρρυγχο (POxy. 4708) μας χάρισε εκτενές κομμάτι από ελεγεία του Αρχίλοχου (7ος αιώνας π.Χ.). Το απόσπασμα πρέπει να αποτελούσε τμήμα αλεξανδρινής έκδοσης των ελεγειών του. Αποτελεί το αρχαιότερο δείγμα ελεγείας που περιλαμβάνει αφήγηση μυθικών γεγονότων. Το απόσπασμα διακρίνεται σε δύο ενότητες: Α) στίχοι 1-3, όπου ο ποιητής απευθύνεται σε κάποιο ανώνυμο ακροατήριο και προσπαθεί να δικαιολογήσει τη δυνατότητα της υποχώρησης και της φυγής σε μια μάχη. Οι θεοί είναι πολύ δυνατοί. Αν το θέλουν, μπορούν να τρέψουν σε φυγή ακόμη και τους πιο ρωμαλέους πολεμιστές. Μερικές φορές πρέπει να ξέρεις πότε να υποχωρείς στη μάχη. Β) στίχοι 4-25: ο Αρχίλοχος θεμελιώνει την άποψή του με ένα μυθολογικό παράδειγμα: ακόμη και οι Αχαιοί του Αγαμέμνονα, που πολλοί ήταν ήρωες, γιοι και αδερφοί θεών, τράπηκαν σε φυγή από τον Τήλεφο, γιο του Ηρακλή. Το μυθολογικό παράδειγμα δεν αναπτύσσεται με γραμμική αφήγηση: πρώτα γίνεται περιγραφή της φυγής των Αχαιών μπροστά στον Τήλεφο και κατόπιν δίνεται το πώς έφτασαν στη χώρα του Τήλεφου. Για να καταλάβουμε το μυθικό παράδειγμα πρέπει να πούμε δυο λόγια για το μύθο του Τήλεφου: ο Τήλεφος ήταν γιος του Ηρακλή από την Αύγη, κόρη του βασιλιά της Τεγέας στην Αρκαδία (βλ. το χαρακτηρισμό «Αρκάδας Τήλεφος» στο ποίημα). Αργότερα έγινε βασιλιάς της Μυσίας στη Μικρά Ασία, διαδεχόμενος τον ντόπιο βασιλιά Τεύθραντα. Οι Αχαιοί του Αγαμέμνονα, πηγαίνοντας για την Τροία, έχασαν το δρόμο τους κι έφτασαν στην ακτή της Μυσίας, νομίζοντας ότι είχαν φτάσει στην Τροία. Στη μάχη που ακολούθησε υπέστησαν ντροπιαστική ήττα από τον Τήλεφο (γεμίζοντας τον ποταμό Κάικο με πτώματα), τον οποίο ενθαρρύνει με θεϊκή επιφάνεια ο ίδιος ο πατέρας του Ηρακλής.      


Περαιτέρω σχολιασμός
Ορισμένα από τα στοιχεία που καθιστούν πολύ ενδιαφέρον το νέο αυτό απόσπασμα του ποιητή είναι το γεγονός ότι μπορεί να συνδέεται με το τμήμα εκείνο της ποίησής του το σχετιζόμενο με τον αποικισμό της Θάσου από την Πάρο. Όπως είναι γνωστό, οι Πάριοι συνάντησαν αντίσταση στην προσπάθειά τους να αποικίσουν το νησί, κάτι που μπορεί να αντανακλάται εδώ στο μυθικό παράδειγμα του Τήλεφου, ο οποίος αντιστέκεται στους εισβολείς. Ο Αρχίλοχος γενικά δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένος με την προοπτική αποικισμού του νησιού της Θάσου και επικρίνει τους ηγέτες της Πάρου. Δεν αποκλείεται ο ποιητής μας με την παρούσα ελεγεία  να παραλληλίζει τον αποικισμό του νησιού  της Θάσου με την προσπάθεια των  Αχαιών να καταλάβουν την χώρα του Τήλεφου από λάθος, υποδεικνύοντας έτσι με έμμεσο τρόπο ότι και ο αποικισμός της Θάσου ήταν κάτι λανθασμένο. Αλλού παρομοιάζει το νησί της Θάσου με ράχη γαϊδάρου, υπαινισσόμενος την φτώχεια της.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ο Τήλεφος αποκαλείται Αρκασίδης, δηλαδή Αρκάδας στην καταγωγή από την πλευρά της μητέρας του. Δεν πρόκειται για τυχαία χρήση του επιθέτου από τον Αρχίλοχο, αλλά ο ποιητής στοχεύει στο να προκαλέσει το ενδιαφέρον του κοινού του για τα κατορθώματα του ήρωα και ίσως να το κάνει να ταυτιστεί σε ένα βαθμό μαζί του. Κι αυτό, επειδή οι ίδιοι οι Πάριοι  θεωρούσαν ότι κατάγονταν από κάποιον Πάρο, γιο του Παρράσιου, ο οποίος μετανάστευσε από την Αρκαδία στην Πάρο.
Ένα επιπλέον ενδιαφέρον στοιχείο του κειμένου είναι η σύνδεση του Τήλεφου  με τον Ηρακλή, ο οποίος εμφανίζεται αυτοπροσώπως στη μάχη για να στηρίξει ηθικά τον γιο του. Ο Ηρακλής συνδεόταν με την Πάρο, καθώς πέρασε από εκεί γυρνώντας από την Τροία, ενώ οδήγησε και μερικούς Πάριους με καταγωγή από την Κρήτη στη Θάσο, γεγονός που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως  μυθικό πρότυπο για να δικαιολογήσει τον αποικισμό του νησιού από τους Πάριους της εποχής του Αρχίλοχου. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές του μύθου η σύλληψη του Τήλεφου έγινε από την ένωση του Ηρακλή και της Αύγης στο νησί της Πάρου. Συνεπώς ο Τήλεφος αποτελούσε έναν ήρωα, ο οποίος είχε συνδέσεις με το νησί της Πάρου και δύσκολα θα μπορούσε να εκληφθεί από το κοινό του Αρχίλοχου ως εχθρικό πρόσωπο.
Ένα άλλο σημείο που πρέπει να επισημανθεί είναι η αναφορά στον ποταμό Κάικο και στο γεγονός ότι γεμίζει εξαιτίας του Τήλεφου με αίμα αχαϊκό. Αυτό θυμίζει έντονα το κοκκίνισμα του Σκάμανδρου από τη σφαγή των Τρώων που πραγματοποιεί ο Αχιλλέας. Το λεπτό λογοτεχνικό παιχνίδι ενισχύεται από το γεγονός ότι είναι ο γιος του Αχιλλέα, ο Νεοπτόλεμος, ο οποίος θα σκοτώσει τον γιο του Τήλεφου,  τον Ευρύπυλο, που πολεμά στο πλευρό των Τρώων.  

Τέλος είναι πολύ πιθανό ότι η ελεγεία αυτή δεν εκτελέστηκε δημόσια, αλλά ιδιωτικά σε κάποιο συμπόσιο, ανήκει επομένως στον κύκλο των συμποτικών πολιτικών ποιημάτων του Αρχίλοχου. Αυτά τα  συμπόσια μεταξύ ανδρών που μοιράζονταν τις ίδιες πολιτικές πεποιθήσεις αποτελούσαν συχνά την ευκαιρία να εκθέσει ο ποιητής τις πολιτικές του απόψεις για φλέγοντα ζητήματα της εποχής, όπως άλλωστε μπορούμε να δούμε και από την περίπτωση του Αλκαίου στη Λέσβο.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ
Αν (τη φυγή που την προκάλεσε) θεού η κρατερή ανάγκη
δεν πρέπει ανανδρία και δειλία να την ονομάζουμε,
τότε σωστά από τα φονικά χτυπήματα τρέξαμε να σωθούμε. Υπάρχει κατάλληλη στιγμή και για την υποχώρηση.
Κάποτε μόνος του ο Αρκάδας Τήλεφος
έτρεψε σε φυγή στρατό Αργείων μέγα, κι εκείνοι, οι ρωμαλέοι, 
υποχωρούσανε. Στ’ αλήθεια των θεών η θέληση τόση δύναμη είχε,
κι ας ήταν μαχητές. Στέναζε ο Κάικος με τα πολλά νερά
απ' τους νεκρούς που πέφτανε κι η πεδιάδα
της Μυσίας. Κείνοι στην αμμουδιά της βουερής της θάλασσας,
αφανισμένοι από το χέρι αντρός αμείλικτου,
σκορπίσανε με βιάση, οι Αχαιοί που ‘χουν καλές κνημίδες.
Μετά χαράς μπήκαν στα πλοία τα ταχύπορα,
παιδιά αθανάτων κι αδελφοί που ο Αγαμέμνων
στην Ίλιο έφερνε την ιερή να πολεμήσουνε.
Τον δρόμο τους είχανε χάσει κι έφτασαν στην αμμουδιά,
στου Τεύθραντα παράπεσαν τη θελκτική την πόλη .
Γεμάτοι ορμή, αυτοί και τ’ άλογά τους,
από αστοχασιά πικράθηκαν πολύ μες στην καρδιά τους.
Νόμισαν πως θα μπαίνανε ταχιά στην Τροία που 'χει ψηλές τις πύλες,
πατούσαν όμως μάταια της Μυσίας τη σιτοφόρα γη.
Ο Ηρακλής ήρθε να συναντήσει, με δυνατή φωνή, το γιο του Τήλεφο, τον γενναιόκαρδο.
Κι ήτανε φύλακας αυτός αμείλικτος στη φονική τη μάχη
σηκώνοντας κακιά φυγή στους Δαναούς,
στέκοντας πρόμαχος για χάρη του πατρός του.

[Σταύρος Γκιργκένης]



Σοφιστική: ο πρώτος Διαφωτισμός της ανθρωπότητας


Η στροφή προς τον άνθρωπο, την οποία σηματοδοτεί αυτό που στη νεότερη εποχή θεωρήθηκε ως ο πρώτος Διαφωτισμός της ανθρωπότητας, υπήρξε σπόρος και καρπός μιας εποχής, η οποία χαρακτηρίζεται από τη διαρκή ταλάντευση ανάμεσα στον πιο ακραίο ριζοσπαστισμό και την πιο ακραιφνή συντηρητικότητα, μια πάλη ανάμεσα σε πνεύματα γεμάτα ανησυχία, που άλλοτε αγωνιούν, επί σκηνής λόγου χάριν, να διασώσουν και να υπερασπιστούν με μια καταπληκτική ευρηματικότητα την παράδοση που κλονίζεται, όπως ο Αριστοφάνης, και άλλοτε με πείσμα ρηξικέλευθο να ξηλώσουν τον ιστό ενός τρόπου σκέψης που είχε υφανθεί από την ίδια αυτή παράδοση.
Τα πνεύματα του δεύτερου τύπου, οι Σοφιστές, δεν υπήρξαν το αποτέλεσμα μιας παρθενογένεσης. Ήταν η συνέχεια, σε ένα άλλο μονοπάτι, μιας παράδοσης, όσο παράδοξο κι αν μοιάζει αυτό για κάποιους που αρνούνται εν γένει τις παραδόσεις. Είναι τα γόνιμα παιδιά της προσωκρατικής διανόησης και κριτικής, οι επάξιοι συνεχιστές, σε άλλα πεδία  ενδιαφερόντων, της αμφισβήτησης.
Οι Σοφιστές ανάμεσα σε άλλα συνέχισαν την κριτική της παραδοσιακής θρησκείας. Το τελικό αποτέλεσμα της κριτικής που ξεκινά με τον Ξενοφάνη είναι η όλο πίκρα και αγωνία, όπως θέλω να πιστεύω, κραυγή ενός ύστερου εκπροσώπου της Σοφιστικής, του Θρασύμαχου: οι θεοί δεν προσέχουν τα ανθρώπινα, διαφορετικά δεν θα αδιαφορούσαν για το ύψιστο αγαθό, την δικαιοσύνη. Εδώ ενυπάρχει η μέγιστη μορφή: οι θεοί με τον τρόπο τους υποθάλπουν την αδικία. Και εδώ κρύβεται υπόνοια αθεΐας: τέτοιοι θεοί δεν μπορούν να υπάρχουν.
Η θεώρηση εκ μέρους των Σοφιστών της θρησκείας και άλλων καθοσιωμένων από τον χρόνο παραδόσεων ως κοινωνικών φαινομένων τους οδήγησε στο να αποπειραθούν να ερμηνεύσουν τη θέσμιση της ανθρώπινης κοινωνίας πέρα από οποιαδήποτε υπερφυσική παρέμβαση. Οι θεωρίες τους, λοιπόν, μέσα στην διαφορά τους δομούνται από τα ίδια στοιχειακά υλικά και έχουν την ίδια ερμηνευτική πρόθεση, είτε θα τις χαρακτηρίζαμε ανθρωπολογικές (Πρόδικος), είτε ψυχοκοινωνιολογικές (Κριτίας), είτε αγνωστικιστικές (Πρωταγόρας). Οι θεωρίες αυτές προκάλεσαν την οργή της κοινωνίας της εποχής του Περικλή: αναφέρεται μια ολόκληρη σειρά από καταδίκες που έχουν οπωσδήποτε κάποια πραγματική βάση, παρά το ότι αναμφίβολα υποκρύπτουν και κάποια υπερβολή. Οι καταδίκες αυτές οφείλονται στο ότι αντίθετα με τους Προσωκρατικούς, των οποίων οι αναζητήσεις αναφορικά με τις απαρχές και τη φύση του κόσμου έβρισκαν μικρή απήχηση σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, οι Σοφιστές υπήρξαν σε πολλά επίπεδα διδάσκαλοι με ευρύτερη προοπτική, άνθρωποι που εννοούσαν να διαμορφώσουν ανθρώπους, συνεπώς πολίτες. Οι ριζοσπαστικές τους απόψεις από ένα σημείο και έπειτα άρχισαν να κλονίζουν τα θεμέλια της παραπαίουσας και ηττημένης πολιτείας των Αθηνών και φυσικά πλήρωσαν το τίμημα.

Η εταίρα Φιλαινίς και το σκανδαλιστικό σύγγραμμα Περί αφροδισίων


Η Φιλαινίς ήταν πασίγνωστη στην αρχαιότητα ως εταίρα και υποτιθέμενη συντάκτρια ενός συγγράμματος με σεξουαλικό περιεχόμενο και με τον τίτλο Περί αφροδισίων. Η πρώτη αναφορά σ’ αυτήν γίνεται από τον ιστορικό Τίμαιο τον Ταυρομενίτη, ο όποιος έζησε περίπου από το 350 ως το 260 π.Χ. Στο ερωτικό της εγχειρίδιο αναφέρονται επίσης ο Χρύσιππος και ο Κλέαρχος και άλλοι μεταγενέστεροι συγγραφείς. Τρία τεμάχια παπύρου από την Οξύρρυγχο (39.2891 -2ος αιώνας μ.Χ.) έφεραν στο φως σπαράγματα από το χαμένο έργο που της αποδιδόταν. Ο πάπυρος αναφέρει το όνομά της, ότι κατάγεται από την Σάμο και ότι ήταν κόρη κάποιου Ωκυμένη. Το πιθανότερο ωστόσο είναι ότι πίσω από το όνομά της κρύβεται κάποιος άλλος συγγραφέας, ο οποίος μάλιστα δεν αποκλείεται να ήταν άνδρας. Αυτό ισχυριζόταν ο Αισχρίων ο Σάμιος ή Λέσβιος, ο οποίος συνάμα υπερασπιζόταν την ηθική της γυναίκας (Suppl. Hell. Απ. 4).[1] Και ο Διοσκορίδης υπεραμύνεται της ακεραιότητάς της σε επίγραμμά του που σώζεται στην Παλατινή ανθολογία (7.450). Παρόμοιες προσπάθειες υπεράσπισης φημισμένων (ή κακόφημων) προσώπων, όπως για παράδειγμα της Ωραίας Ελένης, κατασκευάζονταν ως ρητορικές ασκήσεις.
Σκανδαλιστικό ερωτικό υλικό συχνά αποδιδόταν στις εταίρες, μία από τις οποίες φαίνεται ότι ήταν και η Φιλαινίς. Η Σάμος ήταν διαβόητη για την χαμηλή ηθική ποιότητα των γυναικών της και τον υψηλό αριθμό εκδιδόμενων γυναικών, επομένως δεν είναι περίεργο που η εταίρα μας συνδεόταν με το νησί[2]. Χρησιμοποιώντας το όνομά της, ο άγνωστος συγγραφέας έδινε εκ των προτέρων ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα στο κείμενο, αλλά ταυτόχρονα του χάριζε και έναν αέρα «αυθεντίας».[3] Τα τεμάχια του παπύρου από την Οξύρρυγχο, ο οποίος αναφέρθηκε προηγουμένως, προέρχονται από την αρχή του βιβλίου και υποδεικνύουν ότι το έργο ασχολούνταν γενικότερα με την τέχνη του έρωτα και όχι μόνο με τις σεξουαλικές στάσεις, καθώς επίσης και ότι διέθετε επιμέρους υπότιτλους, αποτέλεσμα μιας συστηματικής προσέγγισης του θέματος. Οι σωζόμενοι υπότιτλοι υποδεικνύουν ότι το έργο διέθετε, ανάμεσα σε άλλα κεφάλαια, και τμήματα τα οποία είχαν ως θέμα τους την τεχνική της ερωτικής κατάκτησης, την κολακεία στο αντικείμενο του πόθου, τον τρόπο που πρέπει να δίνει κανείς φιλιά. Από τα σωζόμενα αποσπάσματα φαίνεται ότι το κείμενο διέθετε το στοιχείο της παρωδίας. Το τμήμα που έχει ως θέμα του την ερωτική προσέλκυση εμφανίζει παιγνιώδη τόνο, όταν αντίθετα από τη συνήθη πρακτική οι άνδρες παροτρύνονται να παρουσιάζονται ως ατημέλητοι, κάθε φορά που προσπαθούν να κατακτήσουν μια γυναίκα. Το τμήμα που είχε ως θέμα του την κολακεία συμβουλεύει τους άνδρες να παρομοιάζουν τις υποψήφιες ερωμένες με θεότητες. Ακόμη και μια γηραιά γυναίκα μπορεί κανείς να την παρομοιάσει με θεά που έχει λαμπερό δέρμα.
Εάν υπάρχει κάποιο ίχνος ιστορικής ανάμνησης στην πληροφορία του Αισχρίωνος ότι ο πραγματικός συγγραφέας του έργου Περί αφροδισίων ήταν ο Σοφιστής Πολυκράτης ο Αθηναίος, τότε η Φιλαινίς πρέπει να ήταν μεγάλης ηλικίας ή νεκρή γύρω στα 392, όταν και γνωρίζουμε ότι ο Πολυκράτης έγραψε ένα μεταθανάτιο κατηγορητήριο σε βάρος του Σωκράτη. Ο Πολυκράτης αυτός έζησε την ίδια εποχή με τον Ισοκράτη, ο όποιος δεν εκτιμούσε το έργο και το ύφος του. Το κατηγορητήριο του Πολυκράτη κατά του Σωκράτη το 392 π.Χ. προκάλεσε κατά πάσα πιθανότητα τη συγγραφή των δύο πρώτων βιβλίων των Απομνημονευμάτων του Ξενοφώντα, με τα οποία ο ιστορικός απαντούσε στις συκοφαντίες του Πολυκράτη σε βάρος του νεκρού φιλόσοφου. Γενικά ο Πολυκράτης θεωρούνταν αντιπαθητική προσωπικότητα, κυρίως γιατί είχε την τάση να επιλέγει ασήμαντα πράγματα και να επιδεικνύει τις ρητορικές του ικανότητες εγκωμιάζοντάς τα. Θεωρείται εκπρόσωπος της παρακμής της πρώτης Σοφιστικής. Ο Πολυκράτης επικρίνεται για την ποιότητα του έργου του και η κακή φήμη που τον συνόδευε ίσως να αποτέλεσε τον βασικό παράγοντα που τον συνέδεσε με την σύνθεση του κακόφημου πονήματος της Φιλαινίδος.

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Τάδε συνέγραψε Φιλαινὶς ᾿Ωκυµένους Σαµία̣ τοῖς β̣ουλ̣οµένοις µεθ’ ἡ̣[δον]ῆ̣ς τὸν βί̣ον δ̣ι̣εξα[ιρεῖσ]θ̣αι µὴ παρέργω[ς καὶ τοι]αῦ̣τ̣[α] π̣ονεσα̣[µένοις…
…Περί πειρασμῶν…
…δεῖ τοίνυν τὸν πειρῶντα ἀκαλλώπιστον [ἰ]έν̣[αι]καὶ ἀκτένιστον ὅπ̣[ως] ἂν τῆ<ι> γυναίκι μὴ [φανῆι]ἔπεργος̣ εἶναι…
…[Περὶ κολακείας]…
…σὺ]ν τῆι διανοία[ι θέλξο]μ̣εν τὴν μὲν [μικρὰν] ὡ̣ς ἰσόθεον [κάλ[λος φορέ]ουσαν, τὴν δὲ αἰσχρὰ[ν] ὡς ἐπαφρόδειτον, τ[ὴν] δὲ πρ[εσβ]υτέραν ὡς [θε]ὰν φαό[χρ]ων εἶναι…
…Περὶ φιλημάτ[ων]…

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ
Αυτά εδώ τα έγραψε η Φιλαινίς, κόρη του Ωκυμένους, από τη Σάμο, για χάρη όσων θέλουν να περάσουν τη ζωή τους επιμελώς με ηδονή και κοπίασαν γι’ αυτού του είδους (τις απολαύσεις)… 
…Για την αποπλάνηση…
...πρέπει λοιπόν αυτός που επιχειρεί να αποπλανήσει να προσέρχεται ακαλλώπιστος και αχτένιστος, για να μην φανεί στη γυναίκα ότι ασχολείται υπερβολικά…
…[Για την κολακεία]…
... με εξυπνάδα θα γοητεύσουμε την κοντή γυναίκα με τον ισχυρισμό πως έχει ισόθεη ομορφιά, την άσχημη με τον ισχυρισμό πως είναι πανέμορφη, την ηλικιωμένη λέγοντας πως είναι σαν θεά με επιδερμίδα λαμπερή...
…Για τα φιλιά…




[1] (Αθήναιος 8.335Β-Ε) Χρύσιππον δ', ἄνδρες φίλοι, τὸν τῆς στοᾶς ἡγεμόνα κατὰ πολλὰ θαυμάζων ἔτι μᾶλλον ἐπαινῶ τὸν πολυθρύλητον ἐπὶ τῇ ὀψολογίᾳ Ἀρχέστρατον αἰεί ποτε μετὰ Φιλαινίδος κατατάττοντα, εἰς ἣν ἀναφέρεται τὸ περὶ ἀφροδισίων ἀκόλαστον σύγγραμμα, ὅπερ φησὶ ποιῆσαι Αἰσχρίων ὁ Σάμιος ἰαμβοποιὸς Πολυκράτη τὸν σοφιστὴν ἐπὶ διαβολῇ τῆς ἀνθρώπου σωφρονεστάτης γενομένης.
[2] Ορισμένες φορές λέγεται ότι η εταίρα καταγόταν από τη Λευκάδα (π.χ. Αθήναιος 5.220F κ.εξ.), αλλά εδώ υποκρύπτεται ο λογοτεχνικός τόπος της εταίρας, η οποία αυτοκτονεί εξαιτίας των προσβολών που δέχεται για το επάγγελμά της: είναι περίφημη η σύνδεση της Λευκάδας με την αυτοκτονία της Σαπφώς. Επίσης σε άλλες πηγές διακρίνεται μια ακόμη εταίρα με το ίδιο όνομα, καταγόμενη από τη νήσο Ελεφαντίνη. Όλα αυτά υποδεικνύουν πόσο ρευστή ήταν η παράδοση γύρω από αυτήν την υποτιθέμενη συγγραφέα, μολονότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ιστορική της ύπαρξη.
[3] Το έργο φαίνεται ότι απέκτησε κάποια στιγμή εικονιστικές αναπαραστάσεις με σκανδαλώδες περιεχόμενο, όπως υποδεικνύει χωριό από τον Κλήμη της Αλεξάνδρειας, Προτρεπτικός 4.61.3: ἤδη δὲ ἀναφανδὸν τῆς ἀκολασίας ὅλης τὰ σχήματα ἀνάγραπτα πανδημεὶ θεώμενοι οὐκ αἰσχύνεσθε, φυλάττετε δὲ ἔτι μᾶλλον ἀνακείμενα, ὥσπερ ἀμέλει τῶν θεῶν ὑμῶν τὰς εἰκόνας, στήλας ἀναισχυντίας καθιερώσαντες οἴκοι, ἐπ' ἴσης ἐγγραφόμενοι τὰ Φιλαινίδος σχήματα ὡς τὰ Ἡρακλέους ἀθλήματα.

Ηγησιάναξ o Aλεξανδρεύς, αστρονομικά Φαινόμενα




Ο Ηγησιάναξ, γιος του Διογένη από την Αλεξάνδρεια της Τρωάδας, έζησε στην Αντιόχεια την εποχή του Αντιόχου του Γ΄ του Μεγάλου (222-187 π.Χ.) και υπήρξε ένας από τους ευνοούμενούς του. Η εύνοια του Αντιόχου είχε ως αποτέλεσμα να σταλεί το 197 και 193 π.Χ. στη Ρώμη ως πρεσβευτής των Σελευκιδών στη Σύγκλητο και το 196 π.Χ. στον Φλαμινίνο στην Κόρινθο. Υπήρξε γραμματικός, συγγραφέας των έργων Περί της Δημοκρίτου λέξεως και Περί ποιητικών λέξεων. Είναι επίσης ο αρχαιότερος γνωστός συντάκτης μιας ιστορίας για την Τροία με τον τίτλο Τρωικά, την οποία εξέδωσε με το πλαστό όνομα Κεφαλίων. Έγραψε επίσης Λιβυκά και Ιστορίαι, όπου ανάμεσα σε άλλα μνημονευόταν και η επιδρομή των Γαλατών στη Μ. Ασία. Ασχολήθηκε και με την ποίηση και φέρεται ως συγγραφέας ενός αστρονομικού εγχειριδίου ανάλογου και ομότιτλου με τα γνωστά Φαινόμενα του Άρατου από τους Σόλους της Κιλικίας. Ο Άρατος επισκίασε και σχεδόν εξάλειψε με το έργο του τις δημιουργίες συγγραφέων όπως ο  Ηγησιάναξ, οι οποίοι εντάσσονται στην ευρύτερη παράδοση της διδακτικής ποίησης με αρχηγέτη τον Ησίοδο.[1]  

Αθήναιος 4 155 Α:
Ο Δημήτριος ο Σκήψιος στο 15ο βιβλίο του έργου του Τρωικός διάκοσμος λέει: στην αυλή του βασιλιά Αντιόχου, τον οποίο αποκάλεσαν Μέγα, και στη διάρκεια ενός δείπνου, χόρευαν τον πυρρίχιο χορό όχι μόνο οι φίλοι του βασιλιά, αλλά και ο ίδιος ο βασιλιάς. Όταν λοιπόν έφτασε η σειρά του Ηγησιάνακτα από την Αλεξάνδρεια της Τρωάδας να χορέψει, του συγγραφέα των Ιστοριών, αυτός σηκώθηκε και είπε: «τι απ' τα δύο θέλεις βασιλιά, να με δεις να χορεύω άσχημα ή να με ακούσεις να απαγγέλλω ωραία τα δικά μου ποιήματα;» Καθώς λοιπόν διατάχτηκε να απαγγείλει, τόσο πολύ άρεσε στο βασιλιά, ώστε αξιώθηκε και ένα χρηματικό ποσό να λάβει και να γίνει ένας από τους φίλους του βασιλιά.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ: από πού βγαίνει η φράση "σαρδόνιο γέλιο"


            Δεν γνωρίζουμε την εποχή κατά την οποία έζησε ο Αισχύλος από την Αλεξάνδρεια, εκτός και αν ταυτίζεται με τον Αισχύλο ἀπὸ τῶν τεχνιτῶν (=καλλιτέχνες) που αναφέρεται στην επιγραφή SIG3 457.4 σε σχέση με τον Ισθμό και τη Νεμέα, γύρω στα 211 π.Χ. Άλλοι τον τοποθετούν στην αυτοκρατορική εποχή. Ίσως να είναι ο ίδιος Αισχύλος που έγραψε βιβλίο Περί παροιμιών, χωρίο του οποίου διασώζει ο Ζηνόβιος 5.85. Έγραψε Μεσσηνιακά (δε σώζεται τίποτα από το έργο) και ένα ποίημα με τον τίτλο Αμφιτρύων που πρέπει να είχε ως πιθανό θέμα τη γέννηση του Ηρακλή και την ιστορία του Δία, της Αλκμήνης και του Αμφιτρύωνα.

1.Αμφιτρύων-Μεσσηνιακά
(Αθήν. 13.599 Ε:)
            Ποια η ανάγκη να δυστυχείς με συντροφιά,
            όταν μπορείς να σιωπάς και να κρύβεις τις συμφορές σου ετούτες στο σκοτάδι;
είπε ο Αισχύλος ο Αλεξανδρινός στον Αμφιτρύωνα. Αυτός είναι ο Αισχύλος που συνέθεσε και τα Μεσσηνιακά έπη, άνδρας πολύ μορφωμένος.

2.Περί παροιμιών
(Ζηνόβιος 5.85:)
            Σαρδόνιο γέλιο. Ο Αισχύλος στο έργο του Περί παροιμιών μιλά ως εξής γι’ αυτή τη φράση: «Οι κάτοικοι της Σαρδηνίας, άποικοι των Καρχηδονίων, όσους ξεπερνούσαν τα εβδομήντα χρόνια τούς θυσίαζαν στον Κρόνο, γελώντας και αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλο. Γιατί θεωρούσαν αισχρό το να δακρύζουν και να θρηνούν. Το προσποιητό γέλιο, λοιπόν, ονομάστηκε Σαρδόνιο».

δώ φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια παρετυμολογία. Ήδη στην αρχαιότητα το επίθετο σαρδόνιος ως προσδιορισμός του γέλιου συνδεόταν πιθανώς σωστά με το ρήμα σέσηρα, σεσηρώς, σεσαρυῖα, το οποίο είχε τη σημασία «τραβώ τα χείλη μου για να τα ανοίξω» και επομένως «δείχνω τα δόντια μου με τη σημασία  του θυμού, της αγανάκτησης, της πρόθεσης για ύβρη ή για χλευαστικό γέλιο». Με το ίδιο ρήμα συνδέονταν πιθανώς οι λέξεις σάρων (αιδοίο) και σάραβος (αιδοίο) με αρχική σημασία «αυτό που είναι ανοιχτό». Πβ. επίσης πιθανώς σάρμα = χάσμα και σῆραγξ = σήραγγα, ανοιχτή δίοδος. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχική μορφή της λέξης ήταν σαρδάνιος και ότι μόνο αργότερα από την επίδραση της σύνδεσης με τη Σαρδηνία έγινε σαρδόνιος (με ο ή ω). Ο παρακείμενος σέσηρα πρέπει να αντιστοιχούσε κάποτε σε ενεστώτα *σαίρω (διαφορετικό από το ομόηχο ρήμα που σημαίνει «σαρώνω, καθαρίζω» και έχει ξέχωρη ετυμολογική καταγωγή από ρίζα *twyo > syo> saryo > sayro > sairo > σαίρω). Ο ενεστώτας δεν σώζεται, αλλά από αυτόν πρέπει να είχε δημιουργηθεί μία υποθετική λέξη *σαρδών = τράβηγμα των χειλιών (για το σχηματισμό πβ. σπαδών, τυφεδών), της οποίας παράγωγο θα ήταν το σωζόμενο σαρδάνιος.]

1.Αμφιτρύων-Μεσσηνιακά
(Αθήν. 13.599 Ε:)        
τίς δ΄ ἔστ΄ ἀνάγκη δυστυχεῖν ἐν πλείοσιν͵
ἐξὸν σιωπᾶν κἀν σκότῳ κρύπτειν τάδε;
Αἰσχύλος ἔφη ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἐν Ἀμφιτρύωνι. οὗτος δέ ἐστιν Αἰσχύλος ὁ καὶ τὰ Μεσσηνιακὰ ἔπη συνθείς͵ ἀνὴρ εὐπαίδευτος.

2.Περί παροιμιών
(Ζηνόβιος 5.85:)
Σαρδόνιος γέλως. Αἰσχύλος ἐν τοῖς Περὶ παροιμιῶν περὶ τούτου φησὶν οὕτως· «Οἱ τὴν Σαρδὼ κατοικοῦντες͵ Καρχηδονίων ὄντες ἄποικοι͵ τοὺς ὑπὲρ τὰ ἑβδομήκοντα ἔτη γεγονότας τῷ Κρόνῳ ἔθυον γελῶντες καὶ ἀσπαζόμενοι ἀλλήλους· αἰσχρὸν γὰρ ἡγοῦντο δακρύειν καὶ θρηνεῖν. Τὸν οὖν προσποίητον γέλωτα Σαρδόνιον κληθῆναι».  


Αγάθυλλος ο Αρκάς, ο Αινείας στην Αρκαδία


            Ο Αγάθυλλος (1ος αιώνας π.Χ.) είναι γνωστός μόνο μέσω της Ρωμαϊκής αρχαιολογίας του Διονυσίου του Αλικαρνασσέως. Ο Διονύσιος καταγράφει διάφορες παραδόσεις για τον Αινεία. Άλλες τον παρουσιάζουν να φτάνει μόνο μέχρι τη Θράκη, άλλες μέχρι την Αρκαδία και άλλες μέχρι την Ιταλία. Στην τελευταία περίπτωση παραθέτει το μοναδικό χωρίο του Αγάθυλλου που σώζεται. Ο Αγάθυλλος κάνει λόγο για δύο κόρες που ο Αινείας εγκατέστησε στην Αρκαδία, στην περιοχή της Νήσου, προτού αναχωρήσει για την Εσπερία, την Ιταλία. Οι στίχοι, σε ελεγειακό μέτρο, σώζονται χωρίς τίτλο. Τους δίνω το όνομα Αινειάς.

[Αινειάς]
(Διον. Αλικ., Ρωμ. ιστ. 1.49.2:)
            Στην Αρκαδία έφτασε και άφησε στη Νήσο[1]
τις δυο του κόρες, παιδιά απ’ την Κωδώνη και την Ανθεμόνη.
Ο ίδιος στη γη της Εσπερίας έσπευσε και απέκτησε ένα γιο,
το Ρωμύλο...[2]

ἵκετο δ΄ Ἀρκαδίην͵ Νήσῳ δ΄ ἐγκάτθετο παῖδας
δοιάς͵ Κωδώνης λέκτρα καὶ Ἀνθεμόνης͵
αὐτὸς δ΄ Ἑσπερίην ἔσυτο χθόνα͵ γείνατο δ΄ υἷα
Ρωμύλον...




[1] Περιοχή του αρκαδικού Ορχομενού, που ονομάστηκε έτσι (Νήσος), επειδή περιβαλλόταν από νερά και βάλτους.
[2] Ο Ρωμύλος ως γιος του Αινεία αναφέρεται ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ. από τον Άλκιμο τον Σικελιώτη στο έργο του Ιταλική βίβλος. Συνηθέστερα ως γιοι του Αινεία θεωρούνται οι Ασκάνιος και Σίλβιος, ενώ ο Ρωμύλος και ο Ρώμος απέχουν αρκετές γενιές στο μέλλον. Ο Αγάθυλλος, ωστόσο, μαζί με άλλους συγγραφείς θεωρούσε τον Ρωμύλο και τον Ρώμο ως γιους του Αινεία και τον Ρώμο ως ιδρυτή της Ρώμης, όπως μαθαίνουμε από άλλο χωρίο του Διονυσίου (1.72.1)