Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Πώς ο βασιλιάς των Λυδών κατάλαβε ότι το χρυσάφι είναι άχρηστο

      


Ο Πύθης,[1] όταν βρήκε μετάλλευμα χρυσού, διέταξε όλους τους πολίτες να ασχολούνται με τα μεταλλεία, να κάνουν εξορύξεις  και να καθαρίζουν το χρυσάφι, αλλά να μην ασχολούνται με τίποτε άλλο ούτε στη γη, ούτε στη θάλασσα. Όλοι απηύδησαν, καθώς δεν είχαν ούτε καρπούς, ούτε έκαναν οτιδήποτε άλλο από αυτά που είναι χρήσιμα για την επιβίωση. Οι γυναίκες τους ικέτευσαν την σύζυγο του Πύθη, την Πυθόπολη.  Εκείνη τις παρακίνησε να φύγουν και να έχουν θάρρος, ενώ η ίδια κάλεσε τους χρυσοχόους και τους διέταξε να κατασκευάσουν χρυσά ψάρια, γλυκά, φρούτα, προσφάγια, και γενικά όλα τα φαγητά να τα κάνουν από χρυσάφι. Ο Πύθης επέστρεψε από ταξίδι και ζήτησε να δειπνήσει. Η γυναίκα του του παρέθεσε χρυσή τράπεζα, πάνω στην οποία δεν υπήρχε τίποτα φαγώσιμο, αλλά όλα ήταν χρυσά και όμοια με φαγώσιμα.  Ο Πύθης, αφού επαίνεσε την μίμηση της τέχνης, ζήτησε να φάει. Εκείνη όμως του πρόσφερε κάτι άλλο από χρυσάφι όμοιο κι αυτό πάλι με φαγητό. Όταν εκείνος βρέθηκε σε δυσχερή θέση και ομολόγησε ότι πεθαίνει στην πείνα, η γυναίκα τού είπε: «όμως έχεις διαλύσει την γεωργία και κάθε άλλη τέχνη και έδωσες διαταγή  να ασχολούνται με την εξόρυξη άχρηστου χρυσού, ο οποίος σε τι ωφελεί τους ανθρώπους, αν δεν υπάρχουν αυτοί οι οποίοι θα σπείρουν και θα φυτέψουν καρπούς;». Εξαιτίας της σοφίας της γυναίκας του ο Πύθης κατανόησε ότι έπρεπε να σταματήσει την εργασία με τα μέταλλα και να αφήσει τους πολίτες να ασχοληθούν με την γεωργία και τις άλλες τέχνες.
(Πολύαινος, Στρατηγήματα 8.42)

Πύθης χρύσεια μέταλλα εὑρὼν πάντας τοὺς πολίτας ἐκέλευσε μεταλλεύειν͵ ὀρύσσειν͵ καθαίρειν χρυσίον͵ ἄλλο μηδὲν δρᾶν μήτε ἐν τῇ γῇ μήτε ἐν τῇ θαλάσσῃ· πάντες ἀπηγόρευον οὔτε καρποὺς ἔχοντες οὔτε ἄλλο τι τῶν πρὸς τὸν βίον πράσσοντες. αἱ δὲ γυναῖκες αὐτῶν ἱκετεύουσι τὴν τοῦ Πύθου γυναῖκα Πυθόπολιν. ἡ δὲ ἐκέλευσεν ἐκείνας μὲν ἀπιέναι καὶ θαρρεῖν͵ αὐτὴ δὲ τοὺς δημιουργοὺς τοῦ χρυσίου καλέσασα ἐκέλευσε ποιεῖν ἰχθῦς χρυσοῦς͵ πέμματα͵ ὡραῖα͵ ὄψα͵ βρώματα πάντα χρυσᾶ. Πύθης ἧκεν ἐξ ἀποδημίας καὶ δεῖπνον ᾔτει. ἡ γυνὴ παρέθηκεν αὐτῷ χρυσῆν τράπεζαν͵ ἐφ΄ ἧς παρέκειτο οὐδὲν ἐδώδιμον͵ ἀλλὰ πάντα χρυσᾶ ἐδωδίμοις ὅμοια. Πύθης ἐπαινέσας τὴν μίμησιν τῆς τέχνης ᾔτει φαγεῖν. ἡ δὲ προσέφερεν αὐτῷ ἄλλο τι χρυσοῦν ὅμοιον ἐδωδίμῳ καὶ τοῦτο πάλιν. δυσχεραίνοντος δὲ καὶ λιμώττειν ὁμολογοῦντος «ἀλλὰ γεωργίαν μὲν», εἶπεν, «καὶ τέχνην πᾶσαν κατέλυσας· ἐκέλευες δ΄ ὀρύσσειν ἄχρηστον χρυσίον͵ οὗ τί τοῖς ἀνθρώποις ὄφελος͵ εἰ μὴ τοὺς σπειρομένους καὶ φυτευομένους καρποὺς ἔχοιεν;». τῇ σοφίᾳ τῆς γυναικὸς ἐδιδάχθη Πύθης καταλῦσαι μὲν τὴν τῶν μετάλλων ἐργασίαν͵ ἀφεῖναι δὲ τοὺς πολίτας ἐπὶ γεωργίαν καὶ τὰς ἄλλας τέχνας.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------
[1] Βασιλιάς των Λυδών, ο οποίος κυριεύθυκε από μανία για χρυσάφι που έμοιαζε με αυτή του Μίδα. Όταν πέθαναν οι γιοι του, αποσύρθηκε σε μαυσωλείο χτισμένο πάνω σε μια νησίδα στη μέση κάποιου ποταμού, αφήνοντας την εξουσία στη γυναίκα του.


Μια ιστορία συζυγικής πίστης στους Γαλάτες

      


Ανάμεσα στους τετράρχες που κυβερνούσαν τη Γαλατία  ήταν ο Σινόριξ και ο Σινάτος. Η γυναίκα του Σινάτου ήταν η Κάμμα, ιδιαίτερα  ονομαστή για την ομορφιά του σώματος και την αρετή της ψυχής της. Γιατί ήταν ιέρεια της Αρτέμιδος, την οποία οι Γαλάτες σέβονται ιδιαίτερα, κι έτσι ήταν πάντα μεγαλόπρεπα και  λαμπρά στολισμένη στις πομπές και στις θυσίες. Αυτήν ο Σινόριξ την ερωτεύτηκε, αλλά επειδή όσο ζούσε ο άνδρας της δεν είχε ελπίδα ούτε να την καταφέρει με την πειθώ, ούτε να την εξαναγκάσει, δολοφόνησε τον Σινάτο. Μετά από λίγο καιρό ζήτησε σε γάμο την Κάμμα. Εκείνη ως επί το πλείστον έφερνε αντιρρήσεις, καθώς όμως συγγενείς και φίλοι την πίεζαν και την φρόντιζαν υπερβολικά, υποκρίθηκε ότι συμφωνούσε και κανόνισε μαζί τους το εξής: «ας έρθει ο Σινόριξ  στο ιερό της Αρτέμιδος και μπροστά στη θέα ας κάνουμε τη συνομολόγηση του γάμου». Ήρθε ο Σινόριξ  και μαζί με αυτόν όλοι οι ευγενείς Γαλάτες, άνδρες και γυναίκες. Εκείνη τον υποδέχθηκε με φιλοφρονήσεις, τον οδήγησε κοντά στο βωμό και έκανε σπονδή από μια χρυσή φιάλη. Ήπιε ένα μέρος του ποτού η ίδια, ενώ το υπόλοιπο τον προέτρεψε να το πιει εκείνος. Αυτός σαν νυμφίος πλάι στη νύφη πήρε τη φιάλη και ήπιε με ευχαρίστηση. Το ποτό όμως ήταν από κρασί και μέλι ανακατωμένο με φαρμάκι. Εκείνη όταν τον είδε ότι είχε πιει, λάμποντας φώναξε δυνατά και προσκύνησε τη θεά λέγοντας: «σου χρωστώ χάρη, πολυτίμητη Άρτεμη, γιατί μου έδωσες την ευκαιρία μέσα στο δικό σου ιερό να πάρω εκδίκηση για τον άντρα μου, ο οποίος σκοτώθηκε άδικα  για μένα». Αφού τα είπε αυτά, αμέσως πέθανε και μαζί της πέθανε και ο γαμπρός δίπλα στο βωμό της θεάς.
(Πολύαινος, Στρατηγήματα 8.39.1)

Τῶν ἐν Γαλατίᾳ τετραρχῶν ἦσαν Σινόριξ καὶ Σινάτος. τοῦ Σινάτου γυνὴ κάλλει σώματος καὶ ἀρετῇ ψυχῆς εὐκλεεστάτη Κάμμα· καὶ γὰρ ἦν Ἀρτέμιδος ἱέρεια͵ ἣν μάλιστα Γαλάται σέβουσι͵ καὶ ἦν ἔν τε πομπαῖς καὶ θυσίαις ἀεὶ μεγαλοπρεπῶς καὶ σεμνῶς κεκοσμημένη. ταύτης ἐρᾷ Σινόριξ· καὶ ζῶντος τοῦ ἀνδρὸς οὔτε πείσειν ἐλπίζων οὔτε βιάσεσθαι τὸν Σινάτον ἐδολοφόνησεν͵ οὐκ εἰς μακρὰν δὲ Κάμμαν ἐμνᾶτο. ἡ δὲ ἐπὶ πλεῖστον μὲν ἀντέλεγεν͵ οἰκείων δὲ καὶ φίλων ἐγκειμένων καὶ λιπαρῶς θεραπευόντων ὑπεκρίνατο συγκατατίθεσθαι. καὶ δὴ συνέθεντο· «ἡκέτω Σινόριξ εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Ἀρτέμιδος͵ καὶ παρὰ τῇ θεῷ τὰς συνθήκας τοῦ γάμου ποιησώμεθα.» ἧκε Σινόριξ καὶ σὺν αὐτῷ πάντες ὅσοι Γαλατῶν ἐντελεῖς͵ ἄνδρες καὶ γυναῖκες. ἡ δὲ φιλοφρόνως αὐτὸν δεξαμένη προσάγει τῷ βωμῷ καὶ ἀπὸ χρυσῆς φιάλης ἔσπεισε καὶ τὸ μὲν ἐξέπιεν αὐτὴ͵ τὸ δὲ ἐκεῖνον ἐκέλευσεν αὐτὸν πιεῖν. ὁ δὲ οἷα δὴ νυμφίος παρὰ νύμφης λαβὼν ἡδέως πίνει· τὸ δὲ ποτὸν ἄρα ἦν μελίκρατον πεφαρμαγμένον. ἡ δὲ πεπωκότα ὡς εἶδεν͵ λαμπρὸν ἀνωλόλυξε καὶ τὴν θεὸν προσεκύνησεν εἰποῦσα «χάριν οἶδά σοι͵ ὦ πολυτίμητε  Ἄρτεμι͵ ὅτι μοι παρέσχες ἐν τῷ σῷ ἱερῷ δίκας ὑπὲρ τοῦ ἀνδρὸς λαβεῖν ἀδίκως δι΄ ἐμὲ ἀναιρεθέντος». ταῦτα εἰποῦσα παραχρῆμα αὐτή τε ἀπέθνησκε͵ καὶ ὁ νυμφίος αὐτῇ συναπέθνησκε παρὰ τῷ βωμῷ τῆς θεοῦ.


Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Πώς οι γυναίκες νίκησαν τον στρατό του Αννίβα


Ο Αννίβας στην Ιβηρία πολιορκούσε μα μεγάλη πόλη, την Σαλματίδα. Έκανε λοιπόν συνθήκη ειρήνης να λύσει την πολιορκία, αφού λάβει τριακόσια αργυρά τάλαντα και τριακόσιους ομήρους. Επειδή όμως οι Σαλματαίοι δεν του έδιναν τα συμφωνημένα, ο Αννίβας άλλαξε γνώμη και άφησε τους στρατιώτες του να διαγουμίσουν την πόλη. Τότε οι βάρβαροι τον ικέτεψαν να τους επιτρέψει να εξέλθουν μόνο με τα ρούχα τους και τις γυναίκες τους και να αφήσουν πίσω τους όπλα, χρήματα και δούλους. Οι γυναίκες, κρύβοντας στους κόλπους τους ξίφη, βγήκαν μαζί με τους άνδρες. Οι στρατιώτες του Αννίβα, λοιπόν, λεηλατούσαν την πόλη, ενώ οι γυναίκες φώναξαν τους άνδρες τους και τους παρέδωσαν τα όπλα. Ορισμένες μάλιστα, σύροντας κι αυτές τα ξίφη τους, επιτέθηκαν μαζί με τους άνδρες τους σ’ εκείνους που λεηλατούσαν την πόλη, με αποτέλεσμα άλλους να τους σκοτώσουν και άλλους να τους τρέψουν σε φυγή, ορμώντας μαζικά εναντίον τους. Ο Αννίβας, επειδή θαύμασε την ανδρεία των γυναικών, έδωσε για χάρη τους πίσω στους άνδρες τους την πατρίδα και τα χρήματα.
[Πολύαινος, Στρατηγήματα 7.48]

Ἀννίβας ἐν Ἰβηρίᾳ πόλιν μεγάλην Σαλματίδα ἐπολιόρκει· καὶ δὴ συνθήκας ἐποιήσατο͵ λαβὼν ἀργυρίου τάλαντα τριακόσια καὶ τριακοσίους ὁμήρους ἀνεῖναι τὴν πολιορκίαν. τῶν δὲ Σαλματαίων οὐκ ἀπoδιδόντων τὰ συγκείμενα Ἀννίβας ἐπιστρέψας ἐπαφῆκε τοὺς στρατιώτας ὡς διαρπασομένους τὴν πόλιν. ἱκετεύουσιν οἱ βάρβαροι συγχωρῆσαι αὐτοῖς ἐν ἱματίῳ μετὰ τῶν γυναικῶν ἐξελθεῖν͵ ὅπλα δὲ καὶ χρήματα καὶ ἀνδράποδα καταλιπεῖν. αἱ γυναῖκες ἐν τοῖς κόλποις κρύπτουσαι ξίφη τοῖς ἀνδράσι συνεξῆλθον. οἱ μὲν δὴ τοῦ Ἀννίβου στρατιῶται τὴν πόλιν διήρπαζον͵ αἱ δὲ γυναῖκες ἐμβοήσασαι τοῖς ἀνδράσι τὰ ξίφη παρέδωκαν· ἔνιαι δὲ καὶ αὐταὶ σπασάμεναι μετὰ τῶν ἀνδρῶν ἐπέθεντο τοῖς διαρπάσασι τὴν πόλιν͵ ὥστε τοὺς μὲν κατέβαλον͵ τοὺς δὲ ἐτρέψαντο καὶ ἀθρόοι διεξεπαίσαντο. Ἀννίβας τὴν ἀνδρείαν τῶν γυναικῶν θαυμάσας ἀπέδωκε δι΄ αὐτὰς τοῖς ἀνδράσιν αὐτῶν τήν τε πατρίδα καὶ τὰ χρήματα.


Μια διαφορετική μοίρα για τον Πρωτεσίλαο



Η δέκατη τρίτη ιστορία του Κόνωνος αφηγείται τα σχετικά με την Αιθίλλα, η οποία ήταν θυγατέρα του Λαομέδοντα και αδελφή του Πριάμου. Αυτήν μαζί με άλλες γυναίκες ο Πρωτεσίλαος την πήρε αιχμάλωτη από την Τροία με τα πλοία. Μετά από πολλές θύελλες μόλις που κατάφεραν να  αγκυροβολήσουν μεταξύ Μένδης  και Σκιώνης. Καθώς οι άνδρες του Πρωτεσίλαου στο σύνολό τους ανέβηκαν πάνω από τον αιγιαλό, προς το εσωτερικό της περιοχής, με σκοπό να βρουν νερό, η Αιθίλλα συζήτησε μαζί με τις άλλες αιχμάλωτες γυναίκες και άλλα πολλά, αλλά και ότι αν έφταναν μαζί με τους Έλληνες στην Ελλάδα, οι συμφορές της Τροίας θα τους φαίνονταν χρυσάφι.  Έτσι τις έπεισε να κάψουν τα πλοία.  Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να μείνουν μαζί τους σ’ εκείνη την περιοχή και έχτισαν μια πόλη, την Σκιώνη, και κατοίκησαν εκεί μαζί με τις γυναίκες.
[Από τη Βιβλιοθήκη του Φωτίου]

Ό,τι είναι ουσιαστικά η ίδια ιστορία, η οποία τοποθετείται εδώ στην χερσόνησο της Παλλήνης στη Χαλκιδική, σε διαφορετικές παραλλαγές και σε διαφορετικές τοποθεσίες αποτελεί τον αιτιολογικό μύθο για την ίδρυση αρκετών πόλεων στη λεκάνη της Μεσογείου. Σε κάθε περίπτωση οι γυναίκες είναι  Τρωαδίτισσες, αλλά τα κίνητρά τους μπορεί να ποικίλλουν από παραλλαγή σε παραλλαγή. Ορισμένες φορές λέγεται ότι συνοδεύουν Τρώες φυγάδες, οι οποίοι διασώθηκαν από την καταστροφή, και ότι καίνε τα πλοία, επειδή βαρέθηκαν να ταξιδεύουν. Όταν τις οδηγούν στο ταξίδι Έλληνες που τις πήραν ως δούλες  ή ερωμένες  αναφέρεται συνήθως ότι φοβούνται ιδιαίτερα να φτάσουν στην Ελλάδα, επειδή θα έχουν να αντιμετωπίσουν τις Ελληνίδες συζύγους ως αφέντρες. Στη συγκεκριμένη ιστορία η αρχαιότερη πηγή μας για την ίδρυση της Σκιώνης είναι ο Θουκυδίδης, ο οποίος μας αναφέρει ότι η πόλη ιδρύθηκε από Πελοποννήσιους Έλληνες που επέστρεφαν από την Τροία. Δεν αναφέρει την ιστορία με τις γυναίκες και την καύση των πλοίων, ωστόσο είναι λογικό να υποθέσουμε ότι αποτελούσαν ήδη μέρος της παράδοσης της ίδρυσης της πόλης, αφού η Σκιώνη καταστράφηκε ολοκληρωτικά το 421 π.Χ. Το όνομα της Αιθίλλας φαίνεται ότι έχει πλαστεί για να παραπέμπει στο ρήμα αἴθω  που σημαίνει «καίω». Ο Πολύαινος 7.47 την αποκαλεί Αιθία. Η Αιθίλλα μαζί με δύο άλλες αδελφές της αναφέρονται από την επιτομή του Απολλοδώρου  6.15 c σε σχέση με το κάψιμο πλοίων στον ποταμό Ναύαιθο (< ναῦς + αἴθω). Είναι φανερό ότι η ιστορία του Πρωτεσίλαου στον Κόνωνα  διαφέρει πολύ από την γνωστή ομηρική παράδοση ότι ο Πρωτεσίλαος ήταν ο πρώτος Έλληνας που σκοτώθηκε στην Τροία. Ωστόσο την ιστορία του Κόνωνος την επιβεβαιώνουν νομίσματα που ανακαλύφθηκαν στην πόλη της Σκιώνης και φέρουν την εικόνα του ήρωα καθώς και το όνομά του στη μία πλευρά, ενώ στην άλλη εικονίζουν την  πλώρη ενός καραβιού και έχουν τη γραφή ΣΚΙΟ.  Χρονολογούνται γύρω στο 480.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Πώς ο Αίαντας ο Τελαμώνιος έγινε σχεδόν άτρωτος


Στο έκτο ποίημά του για τους αγώνες στον Ισθμό ο Πίνδαρος αφηγείται με ποιο τρόπο ο Ηρακλής, έχοντας έρθει στην Αίγινα για να καλέσει τον Τελαμώνα στην εκστρατεία του ενάντια στην Τροία, βρίσκει τον τελευταίο σ' ένα συμπόσιο. Καθώς ο Ηρακλής φορά ακόμα τη λεοντή του, ο Τελαμώνας του ζητά να κάνει μία σπονδή στον Δία. Ο Ηρακλής δέχεται και προσεύχεται στον Δία να αποκτήσει ο Τελαμώνας έναν γιο τόσο άτρωτο, όσο και η λεοντή που φορά. Η προσευχή ακολουθείται από έναν καλό οιωνό, την εμφάνιση του αετού του Δία. Ο Ηρακλής ανακοινώνει σαν ένα είδος προφήτη ότι ο Τελαμώνας θα αποκτήσει ένα γιο, του οποίου το όνομα, βασισμένο στον ρόλο του αετού (αἰετός), θα είναι Αίας. Το αντίστοιχο σχόλιο στο χωρίο μάς πληροφορεί ότι ο Πίνδαρος μιμείται εδώ μια ιστορία από τις λεγόμενες Μεγάλες Ηοίες, ένα ποίημα που αποδιδόταν στον Ησίοδο.
Μία κάπως διαφορετική ιστορία μας παραδίδει ο σχολιαστής στην Ιλιάδα του Ομήρου Ψ 821.  Εκεί  ο Αίαντας  έχει ήδη γεννηθεί  και ο Ηρακλής, κάνοντας την προσευχή του, τυλίγει το παιδί με τη λεοντή του, γεγονός που κάνει τον Αίαντα  άτρωτο εκτός από το λαιμό ή τη μασχάλη, όπου δεν ακουμπούσε η λεοντή. Σ’ αυτή την περίπτωση ο αετός του Δία δεν μνημονεύεται. Η ιστορία αυτή, η οποία αποτελεί τη βάση για το γεγονός ότι ο Αίαντας είναι εν μέρει άτρωτος στο έργο του Αισχύλου Θράσσαι, μπορεί να αναπτυσσόταν εκτενώς από τον Αισχύλο (βλ. απ. 83 Radt), ενώ ήταν γνωστή σε πολλούς μεταγενέστερους συγγραφείς.
Το συμπόσιο στο οποίο αναφέρεται η ιστορία που αφηγούνται ο Πίνδαρος και ο Ησίοδος πρέπει να ήταν το γαμήλιο συμπόσιο του Τελαμώνα. Είναι πολύ πιθανόν ότι  ο Ηρακλής εμφανιζόταν απρόσκλητος, όπως συμβαίνει σε ένα άλλο έργο που αποδίδεται στον Ησίοδο και έχει πρωταγωνιστή τον Ηρακλή, στους Γάμους του Κήυκος. Και στις δύο περιπτώσεις η επίσκεψη ακολουθείται από μια στρατιωτική εκστρατεία, ενάντια στους Δρύοπες στο ποίημα για τον Κήυκα, ενάντια στην Τροία στην περίπτωση των Μεγάλων Ηοιών. Στην περίπτωση του Πινδάρου υπάρχει η υποψία ότι όλο το επεισόδιο το σχετικό με τον Τελαμώνα και τον Ηρακλή και τη μεταξύ τους αγαστή σχέση μπορεί να είχε και πολιτικές διαστάσεις. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο 5.79-81 και 89  στο τέλος του 6ου αιώνα οι Θήβες, σε πόλεμο τότε με την Αθήνα, παρακινήθηκαν από το δελφικό μαντείο να αναζητήσουν συμμαχία με τους Αιγινήτες, οι οποίοι έστειλαν πρώτα τους Αιακίδες (=αγάλματα των Αιακιδών) και μετά οπλισμένους άνδρες. Ο Αιακός από την Αίγινα ήταν ο πατέρας του Τελαμώνα και παππούς του Αίαντα, ενώ ο Ηρακλής λεγόταν ότι είχε γεννηθεί στη Θήβα.


Αρχαίες ελληνικές παραδόσεις για τον πελαργό (και ετυμολογία του ονόματος)



Ετυμολογία του ονόματος
Ήδη το Μεγάλο Ετυμολογικό 659.7 συνέδεε το όνομα του πελαργού με τα μαύρα και άσπρα φτερά του.  Έτσι στα νεότερα χρόνια ο Kretschmer  ανέλυσε τη λέξη σε δύο συνθετικά. Το δεύτερο συνθετικό είναι η λέξη ἀργός που σημαίνει «λευκός» και το πρώτο συνθετικό είναι ο υποθετικός τύπος *πελαwός,  ο οποίος συγγενεύει με τα επίθετα πολιός,  πελιός,  πελιδνός, πελλός, λέξεις που δηλώνουν το μαύρο ή το γκρίζο ή το ωχρό. Στα Νέα Ελληνικά το συνώνυμο λέλεκας ή λελέκι θεωρείται ότι έχει τουρκική και απώτερη αραβική καταγωγή. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας D'Αrcy Wentworth Thompson, A Glossary οf Greek Birds, η πραγματική καταγωγή της λέξης μπορεί να ανάγεται στους Λέλεγες, καθώς οι τελευταίοι ταυτίζονταν με τους Πελασγούς, των οποίων το όνομα συνδέεται πολλές φορές από τους αρχαίους με τους πελαργούς, γι’ αυτό και το Πελασγικό Τείχος στην Αθήνα αποκαλούνταν και Πελαργικό.

Μετακινήσεις και κατοικία
Ο πελαργός ήταν φημισμένος για το γεγονός ότι επέστρεφε πάντα στην ίδια φωλιά. Επίσης θεωρούνταν ότι διέθετε μεγάλη ακρίβεια στην αναχώρηση και στην άφιξή του που περνούσαν και οι δύο γενικά απαρατήρητες. Ο Αιλιανός, Περί ζώων 3.23, σημειώνει ότι οι πελαργοί, όταν περάσει το κρύο και επιστρέφουν πίσω, αναγνωρίζουν ο καθένας τη φωλιά του, όπως οι άνθρωποι την κατοικία τους. Στον Πλούταρχο 518D ο Λούκουλλος απευθύνεται στον Πομπήιο  και του λέει ότι έχει λιγότερο μυαλό από τους γερανούς και τους πελαργούς, με αποτέλεσμα να μην αλλάζει την κατοικία του κατά την εποχή που είναι ταιριαστό. Ο Καλλίμαχος στο απόσπασμα 475 αποκαλεί τον πελαργό αλήτη με την έννοια του περιπλανώμενου. Σύμφωνα με τον Στράβωνα οι πελαργοί συνδέονταν με τους Πελασγούς οι οποίοι ήταν ένα νομαδικό γένος.  Παράβαλε Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς 1.28.

Σεβασμός των παιδιών προς τον γονιό
Ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες 1355 αναφέρει ότι αφού ο πατέρας πελαργός αναθρέψει τα παιδιά του και τα κάνει ικανά να πετούν, στη συνέχεια οι νεοσσοί οφείλουν με τη σειρά τους να θρέψουν τον πατέρα τους. Ο Αιλιανός στο χωρίο που προαναφέρθηκε συμπληρώνει ότι οι πελαργοί σ’ αυτό το θέμα συμπεριφέρονται όπως οι άνθρωποι, ωστόσο αυτή η συμπεριφορά τους δεν οφείλεται σε κάποια νομοθεσία, αλλά στη φύση τους. Γι’ αυτό ο πελαργός θεωρείται ευσεβές πουλί, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υπονοείται ότι ήταν ένας παλαιός νομοθέτης. Σύμφωνα με τον Ωραπόλλωνα 2.55 και οι Αιγύπτιοι θεωρούν τον πελαργό ως σύμβολο της ευσέβειας και όταν θέλουν να δηλώσουν κάποιον άνθρωπο, ο οποίος φρόντισε τον πατέρα του, ζωγραφίζουν έναν πελαργό. Τα σκήπτρα τους έχουν στο πάνω μέρος έναν πελαργό και στο κάτω μέρος έναν ιπποπόταμο.

Άλλες παραδόσεις
Ο πελαργός θεωρούνταν ότι καταπολεμά τα φίδια γι' αυτό και  οι Θεσσαλοί τον τιμούσαν. Η Θεσσαλία γέμισε κάποτε από τόσα φίδια, ώστε αν δεν υπήρχαν οι πελαργοί, οι Θεσσαλοί θα ήταν αναγκασμένοι να αφήσουν τη γη τους. Γι’ αυτό και έχουν βγάλει ένα νόμο με τον οποίο απαγορεύουν το φόνο τους, ενώ ο ένοχος για το φόνο ενός πελαργού θεωρείται ότι είναι ένας ανθρωποκτόνος. Οι νυχτερίδες κάνουν τα αυγά του πελαργού άγονα, αλλά οι πελαργοί προστατεύουν τα αυγά τους με τη βοήθεια ενός φύλλου πλατάνου ή το καύκαλο μιας χελώνας. Χρησιμοποιούν τη ρίγανη για να θεραπεύσουν τα τραύματά τους. Από την άλλη το στομάχι ενός πελαργού θεραπεύει λοιμώδεις αρρώστιες των αιγοπροβάτων. Ένας νεαρός πελαργός αποτελεί προφυλακτικό μέσα ενάντια στην οφθαλμία.  Βλέπε Πλίνιος, NH  29.33 και 29.38. Σύμφωνα με τον Πορφύριο, Περί αποχής εμψύχων 3.5,  ο πελαργός αποτελεί αγγελιαφόρο  της θεάς Αθηνάς. Κατά  τον Αιλιανό, Περί ζώων 8.20,  κάποτε ένας πελαργός τιμώρησε μια γυναίκα η οποία ήταν άπιστη.  Ο σύζυγός της είχε φύγει για ταξίδι, ενώ αυτή στο σπίτι είχε συνάψει σχέσεις με έναν από το προσωπικό.  Ο πελαργός, ο οποίος συνδεόταν με τον συγκεκριμένο σπίτι, θύμωσε και τύφλωσε την άπιστη γυναίκα ορμώντας πάνω στο πρόσωπό της.  Όταν ο Ηρακλής θεράπευσε το σπασμένο πόδι ενός πελαργού,  ο τελευταίος την επόμενη χρονιά τού έφερε έναν μαγικό λίθο (Αιλιανός ό.π. 22), ο οποίος έλαμπε σαν δάδα. Πρόκειται πιθανώς για την πέτρα που ονομάζεται λύχνις ή  λυχνίτης λίθος. Ο Φιλόστρατος στον βίο του Απολλώνιου του Τυανέα (2.14) ισχυρίζεται ότι  οι πελαργοί δεν φτιάχνουν φωλιά, προτού στερεώσουν σ’ αυτήν τον  λυχνίτη λίθο. Σύμφωνα πάλι με τον Αιλιανό (ό.π. 3.23), όταν οι πελαργοί φτάνουν στα γηρατειά τους, πηγαίνουν στις Ωκεανίτιδες  νήσους και εκεί αλλάζουν την όψη τους σε μορφή ανθρώπου ως ανταμοιβή για την ευσέβειά τους προς τους γονείς τους.


Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Λάμια, Μορμώ, Γελλώ, Έμπουσα: ετυμολογία των ονομάτων και η φύση των οντοτήτων


Στην αρχή του 15ου ειδυλλίου του ο Θεόκριτος παρουσιάζει δυο γυναίκες, οι οποίες προσπαθούν να βγουν από το σπίτι και να διασκεδάσουν στην ετήσια γιορτή του Άδωνη. Τους εμποδίζουν, ωστόσο, οι διαμαρτυρίες ενός παιδιού, το οποίο, όπως όλα τα παιδιά που καταλαβαίνουν ότι πρόκειται να αφεθούν πίσω με τις νταντάδες τους, διαμαρτύρεται έντονα. Τελικά η απελπισμένη μητέρα λέει απειλητικά στο παιδί της ότι δεν θα το πάρει μαζί της, επειδή κυκλοφορεί έξω η Μορμώ, το άλογο που δαγκώνει. Η αναφορά στη  Μορμώ έχει σκοπό να τρομοκρατήσει το παιδί. Ο αρχαίος σχολιαστής του χωριού υπονοεί ότι η μητέρα υπενθυμίζει στο παιδί πως παρόμοια τρομακτικά πλάσματα παραμονεύουν έξω στο σκοτάδι. Ένας άλλος σχολιαστής εξηγεί πως Μορμώ ήταν το όνομα για ένα φάσμα που σκότωνε παιδιά.  
Η Μορμώ ταυτίζεται ή παραλληλίζεται συχνά στις πηγές με άλλα παρόμοια όντα, όπως η Λάμια, η Γελλώ και η Έμπουσα. Αυτού του είδους τα όντα κατοικούν στις παρυφές του χώρου της πολιτισμένης κοινωνίας και πολλές φορές αποτελούν ταξινομικά υβρίδια. Δηλαδή ο τρόμος τον οποίο προξενούν έγκειται στη μη κανονικότητα τους.  Αυτό συμβαίνει σε πολλούς πολιτισμούς.  Για παράδειγμα ο διαδεδομένος μύθος του λυκανθρώπου:  ο λυκάνθρωπος είναι πιο τρομακτικός από έναν κανονικό λύκο ή από έναν φυσιολογικό άνθρωπο, ακριβώς επειδή δεν ανήκει ούτε στη μία, ούτε στην άλλη κατηγορία. Αυτό το πλησίασμα του ζωικού με το ανθρώπινο είναι ανησυχητικό, επειδή υπονοεί ότι μία από τις οργανωτικές αρχές στις οποίες στηρίζεται η κοινωνία και ο πολιτισμός, δηλαδή ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ των τάξεων των όντων δεν είναι απόλυτος. Ο οριακός χαρακτήρας αυτών των πλασμάτων φαίνεται επίσης από το γεγονός ότι η  εξώπορτα αποτελεί το σημείο στο οποίο συναντώνται, ακριβώς επειδή το κατώφλι δεν ανήκει ακριβώς ούτε στο εσωτερικό, ούτε στο εξωτερικό του σπιτιού. Στην ίδια έννοια του οριακού εμπίπτουν  και άλλα χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν αυτές οι οντότητες,  όπως το ότι συχνάζουν στα σταυροδρόμια, ότι μπορούν να αλλάζουν μορφή,  ότι αντιστρέφουν την φυσιολογική ανθρώπινη συμπεριφορά (π.χ. κανιβαλισμός,  ωμοφαγία)  κ.ο.κ. Αυτές οι ιστορίες, λοιπόν, περιέχουν μέσα τους το μήνυμα ότι αν επιθυμεί κανείς να διατηρήσει την ταυτότητα του ανθρώπινου όντος και τη συμμετοχή του σε μια κοινωνία, θα πρέπει να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του στα γενικά πρότυπα της κοινότητας μέσα στην οποία ζει.
Τα ονόματα  Μορμώ, Λάμια, Έμπουσα και Γελλώ, τόσο στον ενικό όσο και στον πληθυντικό, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως κοινά ουσιαστικά, αλλά και ως προσωπικά ονόματα που περιγράφουν μυθολογικά αποκρυσταλλωμένους αντιπροσώπους ομάδων δαιμόνων. Ωστόσο το όνομα της Μορμώς έδωσε και την παραλλαγή Μορμολύκη ή Μορμολύκειο, όπου είναι παρόν ως δεύτερο συνθετικό το όνομα του λύκου, υπονοώντας έτσι τη φύση του λυκάνθρωπου. Από την άλλη η λέξη μορμολύκειο χρησιμοποιείται πολύ συχνά απλώς με τη σημασία του προσωπείου ή ακόμη και ειδικά της θεατρικής μάσκας. Μπορεί να παραβάλει κανείς και την εξέλιξη της λέξης γοργόνειον από τη Γοργώ, που δήλωνε και την ασπίδα, αλλά και το τραγικό προσωπείο. Όπως η Μορμώ, έτσι και η  Έμπουσα  απειλεί τα παιδιά, ενώ η Γελλώ αποκαλείται είδωλο της Έμπουσας, γεγονός που σημαίνει ότι τα  δύο πλάσματα ταυτίζονται,  διότι η Γελλώ θεωρείται ένας τύπος Έμπουσας. Ο ανώνυμος συγγραφέας του βίου του Αισχίνη ισχυρίζεται ότι η μητέρα του ρήτορα συνήθιζε να πηγαίνει σε σκοτεινά μέρη και να τρομάζει γυναίκες και παιδιά και γι’ αυτό το λόγο την αποκαλούσαν Έμπουσα, επειδή  η Έμπουσα  είναι ένα νυχτερινό φάντασμα.  Στην πραγματικότητα αυτή η αναφορά μπορεί να έχει ως αφετηρία το ρόλο της μητέρας του Αισχίνη σε κάποια μυστηριακή λατρεία.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Μαγικός Ύμνος στον Παντοκράτορα (Μαγικοί Πάπυροι 12.236-244)




Θα επικαλεστώ το κρυμμένο και άρρητο όνομα,
τον προπάτορα των θεών,  
τον κύριο και επόπτη των πάντων. 
Έλα σε μένα, εσύ ο παντοκράτωρ θεός,  
ο εκ των τεσσάρων ανέμων,   
που φύσηξες πνοή μες στους ανθρώπους για να τους δώσεις ζωή
και διαφεντεύεις το καλό που υπάρχει μέσα στον κόσμο.  
Άκουσέ με, κύριε, που το όνομά σου είναι κρυμμένο και άρρητο,  
το οποίο φοβούνται οι δαίμονες, όταν τ' ακούν,
και η γη περιστρέφεται, ο Άδης ταράζεται,  
οι ποταμοί, η θάλασσα, οι λίμνες, οι πηγές παγώνουν
και σπάζουν οι πέτρες.    
Η κεφαλή σου είναι ο ουρανός, ο αιθέρας το σώμα σου, τα πόδια σου η γη
και  το νερό που βρίσκεται γύρω σου, ο ωκεανός,  ο Αγαθός Δαίμονας.  
Εσύ είσαι ο κύριος που γεννά, τρέφει, και αυξάνει τα πάντα.

μέλλω ἐπικαλεῖσθαι τὸ κρυπτὸν καὶ ἄρρητον ὄνομα͵ τὸν προπάτορα θεῶν͵ πάντων ἐπόπτην κ[α]ὶ κύριον. δεῦρό μοι͵ ὁ ἐκ τῶν δ ἀν[έ]μων͵ ὁ παντοκράτωρ θεός͵ ὁ ἐνφυσήσας πνεύματα ἀνθρώποις εἰς ζωήν͵ δέσποτα τῶν ἐν κόσμῳ καλῶν͵ ἐπάκουσόν μου͵ κύριε͵ οὗ ἐστιν τὸ κρυπτὸν ὄνομα ἄρρητον͵ ὃ οἱ δαίμωνες ἀκούσαντες πτοοῦνται͵ οὗ καὶ ὁ ἥλιος βαρβαρειχ αρσεμφεμφρωθουῃ τὸ ὄνομα͵ οὗ ἡ γῆ ἀκούσασα ἑλίσσεται͵ ὁ Ἅιδης ἀκούων ταράσσεται͵ ποταμοί͵ θάλασσα͵ λίμναι͵ πηγαὶ ἀκούουσαι πήγυνται͵ αἱ πέτραι ἀκούσασαι ῥήγυνται͵ καὶ οὐρανὸς μὲν κεφαλή͵ αἰθὴρ δὲ σῶμα͵ γῆ πόδες͵ τὸ δὲ περί σε ὕδωρ͵ ὠκεανός͵ Ἀγαθὸς Δαίμων. σὺ εἶ κύριος ὁ γεννῶν καὶ τρέφων καὶ αὔξων τὰ πάντα.  

Ύμνος του Ερμή του Τρισμέγιστου προς τον Παντοκράτορα



Συ που ξαγρυπνάς με το μάτι της φωτιάς της ακοίμητης,
που δίνεις ζωή στην τροχιά του αιθέρα
και κυβερνάς την θερμή του ήλιου,
που διώχνεις με την καταιγίδα τα νέφη μακριά
και το όνομά σου δεν το χωράει ο κόσμος.

Γνωρίζω το άφθαρτο, αέναο, φοβερό Μάτι που βλέπει τα πάντα,
τον Πατέρα των όλων,
τον μόνο Θεό, που κανείς δεν τον γέννησε.
Τιμώ και τον μοναδικό σου τον Γιο
που ένας είναι στο πλάι σου.
Τον γέννησες ευθύς με δύναμη άφατη και φωνή δυνατή,
με πληρότητα και δίχως πάθος,
Λόγο δικό σου αγέννητο,
θεϊκό στην ουσία του απ’ τη δική σου ουσία,
που φέρει τη δική σου εικόνα, του Πατέρα του,
άφθαρτη και ολόιδια.
Έτσι εκείνος είναι εντός σου κι εσύ είσαι εντός του,
της ομορφιάς ο καθρέφτης,  
πρόσωπο που ευφραίνει εσένα κι εσύ εκείνον.

ἀκοιμήτου πυρὸς ὄμματι ἐγρήγορε͵ δρόμον αἰθέρος ζωογονῶν͵ ἡλίου θέρμην κρατύνων͵ λαίλαπι μεθιστῶν νέφη͵ τοὔνομα μὴ χωρῶν ἐν κόσμῳ· ἄφθιτον ἀέναον πανεπίσκοπον ἐπίφοβον ὄμμα͵ πατέρα τῶν ὅλων͵ θεὸν ὄντα μόνον͵ ἀπ΄ οὐδενὸς ἔχοντα ἀρχήν͵ ἔγνωκα. ἕνα μετὰ σὲ ὄντα μόνον ἐκ σοῦ γεραίρω υἱόν͵ ὃν ῥώμῃ ἀπορρήτῳ καὶ ὀξυτέρᾳ φωνῇ ἴδιον εὐθὺς ἀφθόνως καὶ ἀπαθῶς ἀγένητον  λόγον ἐγέννησας͵ θεὸν ὄντα τὴν οὐσίαν ἐκ τῆς οὐσίας͵ ὃς σοῦ τοῦ πατρὸς τὴν εἰκόνα τὴν ἄφθαρτον καὶ πᾶν ὁμοίαν φέρει͵ ὥστε εἶναι ἐκεῖνον ἐν σοί͵ σὲ δὲ ἐν ἐκείνῳ͵ κάλλους ἔσοπτρον͵ ἀλληλεύφραντον πρόσωπον. 

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Γιατί οι Ρόδιοι καταριούνταν τον Ηρακλή


[Από τη Βιβλιοθήκη του Φωτίου]
Η ενδέκατη ιστορία του Κόνωνος αφηγείται τα σχετικά με τη θυσία προς τιμήν του Ηρακλή, την οποία τελούν με κατάρες σε βάρος του ήρωα οι κάτοικοι της Λίνδου. Μας λέει ότι το έθιμο ξεκίνησε από κάποιον γεωργό της Λίνδου. Αυτός ο γεωργός, όταν ο Ηρακλής του ζήτησε φαγητό για το παιδί του τον Ύλλο, που ήταν πολύ μικρός και τον κουβαλούσε μαζί του στην πορεία, αντί να του δώσει τροφή τον έβρισε και από πάνω. Ο Ηρακλής θύμωσε και έσφαξε ένα από τα βόδια του γεωργού, έφαγε ο ίδιος και έδωσε και στο παιδί του. Ο αγρότης τον καταριόταν από μακριά. Ο Ηρακλής γέλασε με τις κατάρες και είπε ότι ποτέ δεν απόλαυσε καλύτερο φαγητό από αυτό που έφαγε, ενώ άκουγε τις κατάρες.

Υπάρχουν διάφορες εκδοχές αυτής της ιστορίας, αλλά η αρχαιότερη προέρχεται από τα Αίτια του Καλλίμαχου. Εκεί την ακολουθούσε μια παρόμοια αφήγηση για τον Ηρακλή, η οποία όμως εξελισσόταν στη χώρα των Δρυόπων. Οι μεταγενέστεροι συγγραφείς φαίνεται ότι συγχώνευσαν τις δύο ιστορίες με διάφορους τρόπους, ωστόσο ο Κόνων είναι ο μόνος που προσθέτει την εμφάνιση του Ύλλου στην ιστορία της Λίνδου, ενώ η κανονική του θέση ήταν στην ιστορία με τους Δρύοπες. Στην αφήγηση του Κόνωνος λέγεται ξεκάθαρα ότι το όλο περιστατικό σχετιζόταν με κάποια τελετουργία. Πιθανώς να επρόκειτο για την λατρεία του Ηρακλή Βουθοίνου (<Βουθοίνας/Βουθοίνης) ή Βουφάγου, στα λινδιακά Βουκόπια (<βοῦς και κόπτω = σκοτώνω βόδι) που τελούνταν κατά τον μήνα Θευδαίσιο με τη θυσία βοδιών. Το τελετουργικό που αντανακλάται στην αφήγηση του Κόνωνα προέκυψε πιθανώς από μια συγχώνευση αυτής της λατρείας με μια πρωιμότερη αγροτική τελετουργία που περιλάμβανε την αποτροπαϊκή χρήση της κατάρας (ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι οι παριστάμενοι καταριόντουσαν τον ιερέα που τελούσε την θυσία). Από τις άλλες πηγές ο Απολλόδωρος (Βιβλιοθήκη 2.5.11) μοιάζει να ακολουθεί μια ελαφρώς διαφορετική παράδοση, καθώς κάνει λόγο για κάποιον βοϊδολάτη και συσχετίζει το περιστατικό με το λιμάνι της Λίνδου, τις Θερμυδρές (Θερμυδραί = Θερμές Πηγές). Τέλος τα αποσπασματικά σχόλια στον Καλλίμαχο μοιάζουν να υπονοούν ότι σε ένα προηγούμενο στάδιο αυτής της τελετουργίας γινόταν κάποιου είδους λιθοβολισμός, αλλά οι Λίνδιοι τον κατάργησαν ([ ][]ειστι[]ιη[] [ ]των θύου[σ]ι τω[] [ ]σαντο τοῦ ἔθουσ[] [ν]ομιζόμενα τὰ ἱερὰ π[] [ ]πάντων πέτρων καὶ [] [ ] μετεδιδάχθησαν [] [ ]ασθαι Λίνδιοι καὶ τοῦτο[] [α]ὐτοῖς…).



Ύμνος στη Νέμεση του Μεσομήδη από την Κρήτη με την αρχαία μουσική του


Ύμνος στη Νέμεση [i] 

Νέμεση φτερωτή του βίου ροπή,[ii]
μαυρομάτα θεά, θυγατέρα της Δίκης,
που των θνητών την αλαζονεία την κούφια
με άθραυστα συγκρατείς χαλινάρια.
Επειδή απεχθάνεσαι των ανθρώπων την ολέθρια ύβρη,
μαύρο φαρμάκι φθόνου χύνεις.
Στον τροχό σου τον άστατο, τον ιερό,
η λαμπρή των θνητών περιστρέφεται η τύχη.[iii]
Χωρίς να σε καταλάβει κανείς στο πλάι του φτάνεις
και τον επαρμένο αυχένα τον κάνεις να σκύψει.
Με τον πήχη σου πάντα τη ζωή τη μετράς[iv]
και πάντα συνοφρυωμένη κοιτάς μέσα στην καρδιά των ανθρώπων,
ζυγό [v] στα χέρια κρατώντας.
Έλα ευμενής μακάρια, που εφαρμόζεις το νόμο,
Νέμεση φτερωτή του βίου ροπή.

Τη θεά Νέμεση ψάλλουμε την αθάνατη,
τη Νίκη με τα απλωμένα φτερά, τη δυνατή,
την αλάνθαστη, της Δίκης την πάρεδρο.
Εσύ των θνητών τη μεγαλοφροσύνη
μισείς και τη στέλνεις στα τάρταρα.[vi]


(τα λόγια ακούγονται από το 2ο λεπτό και μετά)




Νέμεσι πτερόεσσα βίου ῥοπά͵
κυανῶπι θεά͵ θύγατερ Δίκας͵
κοῦφα φρυάγματα θνατῶν
ἐπέχεις ἀδάμαντι χαλινῷ͵
ἔχθουσα δ΄ ὕβριν ὀλοὰν βροτῶν
μέλανα φθόνον ἐκτὸς ἐλαύνεις.
ὑπὸ σὸν τροχὸν ἄστατον ἀστιβῆ
χαροπὰ μερόπων στρέφεται τύχα͵
λήθουσα δὲ πὰρ πόδα βαίνεις͵
γαυρούμενον αὐχένα κλίνεις.
ὑπὸ πῆχυν ἀεὶ βίοτον μετρεῖς͵
νεύεις δ΄ ὑπὸ κόλπον ὄφρυν ἀεί
ζυγὸν μετὰ χεῖρα κρατοῦσα.
ἵλαθι μάκαιρα δικασπόλε
Νέμεσι πτερόεσσα βίου ῥοπά.

Νέμεσιν θεὸν ᾄδομεν ἀφθίταν͵
Νίκην τανυσίπτερον ὀμβρίμαν
νημερτέα καὶ πάρεδρον Δίκας͵
ἃ τὰν μεγαλανορίαν βροτῶν
νεμεσῶσα φέρεις κατὰ ταρτάρου.


[i] H Νέμεση είναι ταυτόχρονα θεά και αφηρημένη έννοια. Το όνομά της παράγεται από το ρήμα νέμω που σημαίνει «μοιράζω» και επομένως σημαίνει «αυτή που απονέμει» στον καθένα αυτό που αξίζει και τελικά «αυτή που τιμωρεί» τους κακούς. Κατά το Ησίοδο (Θεογ. 223) γεννήθηκε αμέσως μετά τις Μοίρες και τις Κήρες. Ο Όμηρος την αγνοεί, αν και γνωρίζει μια συγγενική της θεότητα, τη Θέμιδα. Οι αρχαιότερες ενδείξεις λατρείας της προέρχονται από τον αττικοϊωνικό κόσμο, από την Αθήνα και τη Σμύρνη. Στο δήμο Ραμνούντος της Αττικής  υπήρχε ναός της δωρικού ρυθμού, που καταστράφηκε από τους Πέρσες και ανακατασκευάστηκε στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. Εκεί υπήρχε και άγαλμα της Νέμεσης, για το οποίο μας παρέδωσε μια ενδιαφέρουσα περιγραφή ο Παυσανίας (1.33.2-3):
 «Από τον Μαραθώνα απέχει η Ραμνούς εξήντα περίπου στάδια, για όσους βαδίζουν τον παραθαλάσσιο δρόμο για τον Ωρωπό. Τα σπίτια των ανθρώπων βρίσκονται πλάι στη θάλασσα, ενώ λίγο πιο πάνω από τη θάλασσα υπάρχει ιερό της Νέμεσης, η οποία περισσότερο απ’ όλους τους θεούς είναι αμείλικτη απέναντι στους υβριστές ανθρώπους... Αυτόν το λίθο τον επεξεργάστηκε ο Φειδίας και τον έκανε άγαλμα της Νέμεσης. Στην κεφαλή της θεάς υπάρχει στεφάνι με ελάφια και μικρές εικόνες της Νίκης. Στο ένα από τα χέρια της (=το αριστερό) κρατά κλαδί μηλιάς, ενώ στο δεξί κρατά φιάλη και πάνω στη φιάλη είναι κατασκευασμένες μορφές Αιθιόπων...».
Στο μύθο ο Δίας κυνηγά τη Νέμεση και μεταμορφωμένος σε κύκνο την αφήνει έγκυο. Αυτή γέννησε ένα αυγό που κάποιος βοσκός το βρήκε και το έφερε στη Λήδα. Από το αυγό γεννήθηκε η Ελένη, την οποία ανέλαβε να μεγαλώσει η Λήδα ως δικό της παιδί.
Ορισμένες πλευρές των θεϊκών της ιδιοτήτων είναι χθόνιες και την κάνουν να συγγενεύει με την Άρτεμη. Συχνά παρουσιάζεται ως ανήλεη θεότητα, η οποία φθονεί την καλή τύχη, αλλά και τιμωρεί την ύβρη. Υπάρχει μια Νέμεση των θεών, των ανθρώπων, ακόμη και των νεκρών (Αισχ. απ. 266 TrGF). Ορισμένες φορές ταυτίζεται με τη Μοίρα Αδράστεια (Αισχ. απ. 158 TrGF). Αγρυπνεί ενάντια στην υπερβολή, γι’ αυτό και παριστάνεται συχνά ως πήχης ή μέτρο που μετρά τη ζωή των ανθρώπων. Σε μεταγενέστερη εποχή μοιραζόταν κοινή λατρεία με την Τύχη.
Ο παρών ύμνος μνημνεύεται από τον Ιωάννη τον Λυδό (βλ. μεθεπόμενη σημείωση) και τον Συνέσιο τον Κυρηναίο σε επιστολή του προς τον αδερφό του (95.70-73, μετά το 405 μ.Χ.). Ο Συνέσιος αναφέρει ότι παιζόταν ακόμη στα θέατρα, γεγονός που μαρτυρά τη δημοφιλία του ύμνου τουλάχιστον ως τις αρχές του 5ου αιώνα.
[ii] Υπονοείται η εικόνα της Νέμεσης που κρατά τη ζυγαριά της ζωής και τη γέρνει προς τη μια ή την άλλη μεριά.
[iii] Εννοείται ο τροχός της Τύχης. Πβ. όσα λέει ο Ιωάννης Λυδός στο Περί μηνών 6, ερμηνεύοντας τους στίχους 7-8:  
«Γιατί λένε ότι η Νέμεση τα πράγματα που λάμπουν τα αναποδογυρίζει χάρη στην υπέρτερη δύναμη της τύχης, όπως λέει ο Νουμήνιος, και με τον ίδιο τροχό (ενν. της τύχης) επιφέρει την ισότητα. Γι’ αυτό και ο Μεσομήδης γράφει κάπου γι’ αυτήν το εξής:
Στον τροχό σου τον άστατο, που ίχνος κανένα δεν αφήνει,
η λαμπρή των θνητών περιστρέφεται η τύχη».
[iv] Δηλαδή κρίνει τη ζωή των ανθρώπων με τα δικά της μέτρα (πῆχυς).
[v] Πρόκειται για το ζυγό της δικαιοσύνης.
[vi] Συνολικά ο ύμνος έχει λεπτές διασυνδέσεις με την αυτοκρατορική ιδεολογία της εποχής του Αδριανού. Στην ικανότητά της ως ελεγκτή της ανθρώπινης αλαζονείας η Νέμεση παρουσιάζεται ως ανώτατος δικαστής, όπως ο αυτοκράτορας, ενώ εξομοιώνεται με τη φτερωτή Νίκη, κεντρικό θέμα της αυτοκρατορικής εικονογραφίας από την εποχή του Αυγούστου και εξής.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

O Κάνωβος, ο κυβερνήτης του Μενέλαου


(Από τη Βιβλιοθήκη του Φωτίου)

Η όγδοη ιστορία του Κόνωνα αφηγείται τα σχετικά με τον Πρωτέα, τον Αιγύπτιο μάντη, του οποίου η θυγατέρα, η Θεονόη, ερωτεύτηκε χωρίς επιτυχία τον Κάνωβο. Αυτός ήταν ο κυβερνήτης του πλοίου του Μενέλαου της Τροίας. Όταν ο Μενέλαος και η Ελένη ήταν έτοιμοι να αναχωρήσουν από την Αίγυπτο και το πλοίο τους ήταν αραγμένο κοντά στη στεριά, ο όμορφος και νεαρός Κάνωβος δαγκώθηκε από μια οχιά. Το πόδι του σάπισε και μετά από λίγο καιρό πέθανε. Ο Μενέλαος και η Ελένη τον έθαψαν στην Αίγυπτο, στο σημείο όπου τώρα υπάρχει πόλη με το όνομά του. Επίσης το τελευταίο από τα στόμια του Νείλου, ο Κάνωβος ή Κανωβικό στόμιο, έλκει την ονομασία του από τον κυβερνήτη (του Μενέλαου).

            Πολλές διαφορετικές ελληνικές, αλλά και αιγυπτιακές παραδόσεις,  συμπλέκονται σ’ αυτό το χωριό του Κόνωνα που παραδίδει ο Φώτιος. Δυστυχώς δεν απαντά στην υπάρχουσα παράδοση μια ολοκληρωμένη ιστορία  του Κανώβου, γνωρίζουμε ωστόσο ότι ο ελληνιστικός ποιητής Απολλώνιος ο Ρόδιος είχε γράψει ένα έργο με τον τίτλο Κάνωβος,  το οποίο μπορεί να αποτέλεσε το πρότυπο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε ο Κόνωνας και άλλες μεταγενέστερες πηγές. Δυστυχώς το βιβλίο του Απολλωνίου δεν σώζεται. Από την άλλη η ιστορία του Μενελάου και της Ελένης στην Αίγυπτο είναι αρχαιότερη από τον Απολλώνιο και φτάνει πίσω στον Στησίχορο και τον Ευριπίδη με την περίφημη τραγωδία του Ελένη. Γνωρίζουμε ότι ο Μενέλαος, μετά την αναχώρησή του από την Τροία, πήρε μαζί του και την Ελένη, ή τουλάχιστον το φάντασμα της, και παρασύρθηκε από μια καταιγίδα ως την Αίγυπτο. Εκεί η θυγατέρα του Πρωτέα, η Θεονόη, η οποία ονομαζόταν επίσης Ειδοθέα ή Ειδώ, βοήθησε τον Μενέλαο να αποδράσει από την Αίγυπτο. Τόσο η Θεονόη όσο και ο Κάνωβος αναφέρονται σε σχέση με τον Μενέλαο, σε καμιά όμως άλλη ιστορία δεν λέγεται ότι η Θεονόη ήταν ερωτευμένη με τον κυβερνήτη του τρωικού ήρωα. Η φράση της περίληψης ότι ο Μενέλαος και η Ελένη ήταν έτοιμοι να αναχωρήσουν, αλλά ταυτόχρονα ήταν προσορμισμένοι στην ακτή, έχει νόημα μονάχα εάν αποτελεί σύνοψη της ιστορίας ότι η αναχώρηση του Μενέλαου από την Αίγυπτο καθυστέρησε εξαιτίας μιας νηνεμίας και ότι ο Μενέλαος κατόρθωσε να επιτύχει ευνοϊκό καιρό, μόνο αφού μπόρεσε να συλλάβει τον πατέρα της Θεονόης Πρωτέα, ο οποίος με τη σειρά του έδωσε οδηγίες στον ήρωα για το τι να κάνει. Η σύλληψη του Πρωτέα από τον Μενέλαο έγινε χάρη στη βοήθεια της ίδιας της Θεονόης. Ορισμένοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ο τάφος και το μνημείο του Κανώβου βρισκόταν σ’ ένα ομώνυμο νησί. Αυτή η πληροφορία προσομοιάζει με την ιστορία του θανάτου του Φάρου, ο οποίος ήταν ένας ναυτικός από την Καρία που λεγόταν ότι είχε σώσει την Ελένη από τον Πάρη, όταν ο τελευταίος έφτασε στην Καρία μαζί της. Ο Φάρος στη συνέχεια προσπάθησε να επιστρέψει την Ελένη στο σπίτι της, αλλά στην πορεία κατέληξε στην Αίγυπτο, όπου τον δάγκωσε ένα φίδι και πέθανε. Η Ελένη τον έθαψε με τιμές και ονόμασε το νησί Φάρο από το όνομα του ναύτη.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

O κιθαριστής και το τζιτζίκι


(Από τη Βιβλιοθήκη του Φωτίου)

Η πέμπτη διήγηση του Κόνωνα αφηγείται την ιστορία του Αρίστωνος από το Ρήγιο και του Ευνόμου  από τους  (Επιζεφύριους) Λοκρούς, οι οποίοι ήταν κιθαρωδοί∙ (μας λέει) πώς έφτασαν στους Δελφούς και ότι οι κάτοικοι του Ρηγίου και οι Λοκροί, που χωρίζονται  από ένα ποτάμι με το όνομα Άληξ, έχουν οι δεύτεροι τζιτζίκια τα οποία τραγουδούν, ενώ οι πρώτοι τζιτζίκια που είναι άφωνα. Καθώς ο Εύνομος ανταγωνιζόταν στο τραγούδι με τον (Αρίστωνα τον) Ρηγίνο, κατόρθωσε να επικρατήσει του ανταγωνιστή του χάρη στο τραγούδι ενός τζίτζικα: εκείνη την εποχή η μουσική αρμονία ήταν επτάχορδη και όταν έσπασε μία από τις χορδές,  ένα τζιτζίκι πέταξε πάνω στην κιθάρα του Ευνόμου και αναπλήρωσε την σπασμένη χορδή στο υπόλοιπο του τραγουδιού.

Όλοι οι συγγραφείς οι οποίοι αναφέρονται σε αυτήν την μικρή ιδιόμορφη ιστορία έχουν να προσθέσουν και κάτι που μας βοηθά να κατανοήσουμε την περιληπτική αναδιήγησή της από τον Φώτιο. Ο Κόνων συνδυάζει μεταξύ τους στοιχεία ποικίλης προέλευσης, άλλα από τα οποία σχετίζονταν με τους Επιζεφύριους Λοκρούς και άλλα με τους Δελφούς. Τα τζιτζίκια της περιοχής των Επιζεφύριων Λοκρών φαίνεται ότι ήταν γενικά διάσημα, επειδή αλλού αναφέρονται σε συμφραζόμενα που δεν έχουν να κάνουν απολύτως τίποτα με την ιστορία που αναπτύσσεται εδώ. Επιπλέον η ιστορία για τα τζιτζίκια στις δύο απέναντι όχθες του ίδιου ποταμού που διέφεραν στο ότι τα μεν ήταν σιωπηλά, ενώ τα άλλα τραγουδούσαν, μπορεί να στηρίζεται σε κάποιο παρατηρημένο φαινομένο, αφού ο όρος τέττιξ χρησιμοποιούνταν και για άφωνα έντομα που έμοιαζαν με τα τζιτζίκια, αλλά και για τα καθαυτό τζιτζίκια που τραγουδούν. Οι περισσότεροι από τους συγγραφείς που αναφέρονται στο περιστατικό του διαγωνισμού των Δελφών δεν μνημονεύουν τα τζιτζίκια της Ιταλίας, ούτε λένε ότι ο ανταγωνιστής  του Ευνόμου  ήταν από το Ρήγιο, μολονότι βεβαιώνουν ότι ο ίδιος ο Εύνομος ήταν από τους Λοκρούς. Από ορισμένους συγγραφείς μαθαίνουμε ότι ο διαγωνισμός έγινε κατά τη διάρκεια των περίφημων  Πυθίων. Ορισμένοι λένε ότι υπήρχε στους Δελφούς ή εναλλακτικά στους Λοκρούς ένα άγαλμα το οποίο αναπαριστούσε κάποιον κιθαρωδό, στου οποίου την κιθάρα καθόταν ένας τζίτζικας. Για τους αρχαίους το τζιτζίκι ήταν σύμβολο της μουσικής και συνδεόταν με τις Μούσες, τον Απόλλωνα, την κιθάρα και τους ποιητές. Το ίδιο το όνομα του Ευνόμου έχει εμφανή σημασία, αφού αποτελείται από το επίρρημα εὖ και τη λέξη νόμος, η οποία είχε τη σημασία ενός είδους μελωδίας ή τραγουδιού. Μία από τις Μούσες ονομαζόταν Ευνομία. Υποτίθεται ότι το άγαλμα του μουσικού με το τζιτζίκι το είχε αφιερώσει ο ίδιος ο Εύνομος στον Απόλλωνα από ευγνωμοσύνη για την παρέμβαση του τζίτζικα. Η αναφορά στην επτάχορδη αρμονία, η οποία μοιάζει κάπως άσχετη στα συμφραζόμενα της περίληψης, αποκτά την πραγματική της σημασία από άλλες πηγές, όπου μαθαίνουμε ότι ο τζίτζικας αντικατέστησε ακριβώς την έβδομη χορδή. Η ιστορία του Ευνόμου  ή τουλάχιστον το κομμάτι της που έχει να κάνει με τους Δελφούς μπορεί να αποτελεί ένα αίτιον για την παρουσία του αγάλματος του μουσικού με τον τζίτζικα στον ιερό χώρο.  

Το όνομα του Αρίστωνος δεν αναφέρεται στα χειρόγραφα του Φωτίου, μας είναι ωστόσο γνωστό από τον Στράβωνα και τον Αντιγόνο που αναφέρονται σε μια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Η απώτερη πηγή της ιστορίας μπορεί να είναι ο Τίμαιος ο ιστορικός. Οι Λοκροί είχαν προειδοποιηθεί για την αλαζονεία τους με την προειδοποίηση ότι τα τζιτζίκια της γης τους θα τραγουδήσουν στο έδαφος, δηλαδή ότι η χώρα τους θα λεηλατούνταν και τα δέντρα τους θα κόβονταν. Η προειδοποίηση αποδίδεται στον Στησίχορο. Το φαινόμενο του ποταμού και τον τζιτζικιών του, αλλά όχι η ιστορία του μουσικού διαγωνισμού, αναφέρεται από τον Διόδωρο, τον Παυσανία, τον Αιλιανό, τον Πλίνιο και άλλους. Η σιωπή των τζιτζικιών του Ρηγίου εξηγείται σε μια άλλη ιστορία, όπου ο Ηρακλής παρουσιάζεται να ενοχλείται από το θόρυβό τους.  Όταν ζήτησε από τους θεούς να σιωπήσουν τα τζιτζίκια, εκείνοι ικανοποίησαν την επιθυμία του. Σε χριστιανικές ιστορίες ο άγιος ζητά από τα τζιτζίκια να σιωπήσουν, ώστε να μπορέσει να προσευχηθεί με την ησυχία του, ή εναλλακτικά να τον βοηθήσουν στην ψαλμωδία του προς το Θεό. Σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς ήταν ο ίδιος ο Απόλλωνας μεταμορφωμένος σε τζίτζικα, ο οποίος βοήθησε τον Εύνομο. Πάνω σε πολύτιμους λίθους εικονίζεται ορισμένες φορές ένας τζίτζικας σε μεγάλο μέγεθος να στέκεται όρθιος και να παίζει κιθάρα. Ο όρος τερέτισμα  και  το ρήμα τερετίζω χρησιμοποιούνται και για το τραγούδι του τζίτζικα, αλλά και για τη μουσική διαφόρων εγχόρδων οργάνων. 

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Πώς ακουγόταν ο αρχαιότερος ελληνικός χριστανικός ύμνος με μουσική συνοδεία



Σὲ πάτερ κόσμων, πάτερ αἰώνων, μέλπωμεν] ὁμοῦ πᾶσαι τε θεοῦ λόγιμοι δε […………
…………. οὐ τὰν δείλαν ο]ὐ τὰν ἠῶ σιγάτω, μήδ’ ἄστρα φαεσφόρα χ[λα]δέ-
[σ]θων, ἐ[κ]λειπ[όντων] ρ[ιπαὶ πνοιῶν, πηγαὶ] ποταμῶν ροθίων πᾶσαι, ὑμνούντων δ’ ἡμῶν
[π]ατέρα χυἰὸν χἄγιον πνεῦμα, πᾶσαι δυνάμεις ἐπιφωνούντων ἀμὴν ἀμήν, κράτος, αἶνος
[ἀεὶ καὶ δόξα θεῷ] δ[ωτ]ῆ[ρι] μόνω[ι] [πάν]των ἀγαθῶν, ἀμὴν ἀμήν.

«Εσένα, πατέρα των κόσμων, πατέρα των αιώνων, ας τραγουδήσουμε μαζί, καθώς και όλες του θεού οι έξοχες (δυνάμεις)… (Τα στοιχεία της φύσης που δεν ηρεμούν ούτε το βράδυ,) ούτε το πρωί ας σιγήσουν, ούτε τα φωτεινά τα άστρα να βγάλουν ήχο,[1] ας πάψουν οι ριπές του ανέμου και όλες οι πηγές των ηχηρών ποταμών, την ώρα που εμείς υμνούμε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, ενώ όλες οι Δυνάμεις[2] αναφωνούν αμήν, αμήν, κράτος, έπαινος αιώνιος και δόξα στον Θεό, τον μόνο χορηγό όλων των αγαθών,[3] αμήν, αμήν».

Μια από τις πολλές προτεινόμενες εκτελέσεις του ύμνου, που ακολουθεί ένα ελαφρώς διαφορετικό κείμενο για τα κενά του παπύρου:


Ο λεγόμενος «Ύμνος της Οξυρύγχου» αποτελεί το αρχαιότερο γνωστό χειρόγραφο ελληνικού χριστιανικού ύμνου που περιέχει ταυτόχρονα και το κείμενο, αλλά και τη μουσική σήμανση. Το χειρόγραφο έχει τον αριθμό 1786 στη συλλογή των παπύρων της Οξυρύγχου και φυλάσσεται στην Οξφόρδη. Ανακαλύφθηκε το 1918 και εκδόθηκε το 1922. Ο ύμνος γράφτηκε στα τέλη του 3ου αιώνα μετά Χριστόν. Καλεί σε μία τελετουργική σιωπή κατά την παράδοση των αρχαίων ελληνικών ύμνων και προχωρεί στην εξύμνηση της Αγίας Τριάδας. Από ιστορική άποψη αποδεικνύει τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού, καθώς οι μορφωμένοι Έλληνες χριστιανοί αποδέχτηκαν και χρησιμοποίησαν την κλασική μουσική παράδοση, για να εκφράσουν τις νέες απαιτήσεις της χριστιανικής λατρείας. Γι’ αυτό και ο ύμνος είναι γραμμένος σε ελληνική φωνητική μουσική σήμανση, ενώ ανήκει στο λεγόμενο διατονικό γένος. Αποτελεί το μόνο σωζόμενο παράδειγμα ελληνικής χριστιανικής μουσικής από τους τέσσερις πρώτους αιώνες του χριστιανισμού. Για τον τρόπο έκφρασής του δεν φαίνεται να αντλεί από την Βίβλο, ούτε φαίνεται να έχει ως πρότυπο βιβλικά χωρία.

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

65 ερωτικά ποιήματα της ινδικής παράδοσης των Ταμίλ


ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τα ποιήματα που μεταφράζονται παρακάτω,  65 στον αριθμό,  αποτελούν μια επιλογή από έναν ευρύτερο κύκλο ποίησης, που είναι γραμμένη στη γλώσσα των Ταμίλ,  ενός  δραβιδικού  λαού, ο οποίος κατοικεί στο νότο της Ινδίας και στο νησί της Κεϋλάνης.  Τα ποιήματα είναι γραμμένα  μεταξύ του 3ου αιώνα π.Χ. και του 3ου αιώνα μ.Χ. Ανήκουν σε μία συλλογή  ποιημάτων, τα οποία ονομάζονται  Kurunthokai, έχουν ερωτικό χαρακτήρα και είναι περίπου τετρακόσια στον αριθμό.  Με τη σειρά τους ανήκουν σε έναν ακόμα ευρύτερο κύκλο συνολικά 18 συλλογών που αριθμούν 2381 ποιήματα.  Άλλα από αυτά σχετίζονται με θέματα της καθημερινής ζωής, την φύση, τον έρωτα, τα ανθρώπινα συναισθήματα και ούτω καθεξής (agam), ενώ άλλα σχετίζονται με τον πόλεμο, την βασιλεία, την ανδρεία, τους κοινωνικούς θεσμούς και άλλα παρόμοια θέματα (puram).  Η λογοτεχνία αυτή ονομάζεται λογοτεχνία Sangam. Είναι γραμμένη από 473 ποιητές όλων των κοινωνικών τάξεων,  από βασιλιάδες έως ανθρώπους  ταπεινής καταγωγής,  από άνδρες και γυναίκες. Κατεγράφη για πρώτη φορά σε ανθολογίες γύρω στο 1000 μ.Χ.  Ωστόσο παρέμεινε γενικά λησμονημένη, έως ότου στα τέλη του 19ου αιώνα την ανακάλυψαν εκ νέου οι Ινδοί λόγιοι. Σήμερα γενικά αναγνωρίζεται η υψηλή καλλιτεχνική αξία των ποιημάτων,  τα οποία από πολλές απόψεις προσεγγίζουν το ύψος του κλασικού ως προς την ποιότητα της γλώσσας, του ύφους, των συναισθημάτων, της εκλέπτυνσης, των εικόνων και άλλων ποιητικών χαρισμάτων.  Στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό πολλά από τα ποιήματα θα θυμίσουν μια γνώριμη ατμόσφαιρα από τα ποιήματα της Σαπφώς και άλλων λυρικών ποιητών της αρχαιότητας. Μεταφράζοντας τα ποιήματα έδωσα στον εαυτό μου μερικές μικρές ελευθερίες. Για παράδειγμα μετέτρεψα τις αναφορές σε  ειδικά δέντρα ή λουλούδια της ινδικής χλωρίδας σε οικεία ονόματα φυτών της ελληνικής φύσης ή στον γενικό όρο «δέντρο», ώστε η πρόσβαση στα ποιήματα να μη χρειάζεται βοτανολογικό σχολιασμό…  Εξάλλου η αναφορά στα συγκεκριμένα φυτά έχει συγκεκριμένο νόημα συμβολικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ποίησης που δεν μπορεί να αποδοθεί στην ελληνική πολιτισμική πραγματικότητα.  Επίσης γενικά απέφυγα να μεταφράσω ποιήματα με συγκεκριμένες γεωγραφικές ή θρησκευτικές αναφορές που δεν λένε τίποτα στον Έλληνα αναγνώστη. Έχω την εντύπωση ότι ίσως είναι η πρώτη φορά που μεταφράζονται αυτά τα ποιήματα στα νέα ελληνικά  ή έστω  μεταφράζονται σε ικανό αριθμό, μολονότι ομολογώ ότι δεν έκανα ιδιαίτερη έρευνα για να  εξακριβώσω απόλυτα την αλήθεια αυτής της δήλωσης. Η μετάφραση γίνεται φυσικά από τα αγγλικά (κυρίως της Vaidehi Herbert, αλλά όχι μόνο), εφόσον η αρχαία γλώσσα των Ταμίλ, την οποία και οι ίδιοι δεν κατανοούν πλην των λογίων, μου είναι άγνωστη!
Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη, Σετέμβριος 2016

Kurunthokai
2.
Μέλισσα με τα όμορφα φτερά,
που ζεις για να πίνεις νέκταρ,
πες μου τι πράγματι είδες και όχι ό,τι θα μου άρεσε.
Ανάμεσα στα λουλούδια που γνώρισες
υπάρχει κανένα πιο ευωδιαστό
απ’ τα μαλλιά της κοπέλας μου με τα τέλεια δόντια,
την ομορφιά του παγωνιού και την αγάπη που αντέχει;

3.
Πλατύτερη απ’ τη γη,
ψηλότερη απ’ τα ουράνια,
πιο δύσκολη να τη μετρήσεις κι από τον ίδιο τον ωκεανό
είναι η αγάπη μου για τον άντρα από την ορεινή χώρα
με τις πλαγιές τις γεμάτες λουλούδια μαυρόκλωνου
εράνθεμου, που δίνουν πλούσιο μέλι.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

O βασιλιάς Μίδας


[Από τη Βιβλιοθήκη του Φωτίου]

Διάβασα και ένα μικρό βιβλίο του Κόνωνος,[1] τις Διηγήσεις. Αυτό το μικρό έργο προσφωνεί τον  βασιλιά Αρχέλαο τον Φιλόπατριν[2] και μέσα σε αυτό περιέχονται  50 αφηγήσεις  συγκεντρωμένες από πολλούς αρχαίους συγγραφείς.
Η πρώτη από αυτές τις ιστορίες αφορά τον Μίδα και τους Βρίγες,[3] δηλαδή πώς ο Μίδας πέτυχε έναν θησαυρό και απέκτησε πολύ πλούτο∙[4] πώς έγινε ακροατής του Ορφέα στα βουνά της Πιερίας και με πολλά τεχνάσματα αναδείχτηκε σε βασιλιά τον Βριγών∙[5] πώς την εποχή της βασιλείας του Μίδα εμφανίστηκε o Σειληνός  στην περιοχή του όρους  Βέρμιον,  στους πρόποδες του οποίου κατοικούσε και ο λαός των Βριγών όντας πολυανθρωπότατος∙ πώς οδηγήθηκε στον Μίδα το ζώο που είχε παραλλαγμένη τη μορφή σαν να είχε φύση ανθρώπου. Ο Κόνων αφηγείται επίσης πώς μετατρέπονταν σε χρυσό ακόμη και όλα όσα παρέθεταν στον Μίδα ως τροφή.[6] Γι’ αυτό τον λόγο έπεισε τους υπηκόους του να φύγουν από την Ευρώπη και να περάσουν τον Ελλήσποντο. [7] Τους εγκατέστησε στην περιοχή πέρα από τη Μυσία,[8] όπου άλλαξαν όνομα και έγιναν Φρύγες αντί Βρίγες, με μία μικρή αλλαγή στη λέξη. Ο Μίδας είχε βάλει πολλούς ανθρώπους να του μεταφέρουν όσα λέγονταν και πράττονταν από τους υπηκόους του. Γι’ αυτό το λόγο, περνώντας την βασιλεία του δίχως να τον επιβουλεύεται κανείς και φτάνοντας σε βαθιά γηρατειά, ειπώθηκε ότι είχε μακριά αυτιά και λίγο-λίγο η φήμη μετέτρεψε τα μακριά αυτιά σε αυτιά όνου. Έτσι αυτό που αρχικά  ξεκίνησε ως αστείο τελικά θεωρήθηκε ως πραγματικότητα.[9]