Mario Luzi, 3 ποιήματα


Φύση
Η στεριά και σ’ αρμονία μαζί της η θάλασσα
κι υπεράνω των πάντων μιαν άλλη θάλασσα, πιο ευτυχής
χάρη στη φλόγα των σπουργιτιών τη γοργή
και τον δρόμο της αναπαυμένης σελήνης
και του ύπνου των γλυκών σωμάτων,
που' ναι μισάνοιχτα συνάμα στη ζωή και τον θάνατο-
και χάρη στις φωνές αυτές που κατέρχονται
δραπετεύοντας από μυστηριώδεις θύρες
κι αναπηδούν επάνω μας ωσάν τρελά πουλιά,
για να επιστρέψουν στα αρχέγονα νησιά τους τραγουδώντας:
εδώ μια κλίνη πορφυρή ετοιμάζεται
κι ένα τραγούδι που λικνίζει
όσους δεν έχουνε ύπνο-
τόσο σκληρή ήταν η πέτρα,
τόσο αιχμηρή η αγάπη.

Natura
La terra e a lei concorde il mare
e sopra ovunque un mare più giocondo
per la veloce fiamma dei passeri
e la via
della riposante luna e del sonno
dei dolci corpi socchiusi alla vita
e alla morte su un campo;
e per quelle voci che scendono
sfuggendo a misteriose porte e balzano
sopra noi come uccelli folli di tornare
sopra le isole originali cantando:
qui si prepara
un giaciglio di porpora e un canto che culla
per chi non ha potuto dormire
sì dura era la pietra,
sì acuminato l'amore.

Απρίλιος-Αγάπη
Η σκέψη του θανάτου με συνοδεύει
ανάμεσα στους δύο τοίχους ετούτου του δρόμου
που ανέρχεται μ’ αγωνία καθώς καμπυλώνει.
Το ανοιξιάτικο κρύο εκνευρίζει τα χρώματα,
ενοχλεί το γρασίδι, την πασχαλιά, κάνει την πέτρα σκληρή.
Κάτω από πανωφόρια και αδιάβροχα
κεντά τα στεγνά χέρια και στέλνει ένα ρίγος.

Χρόνος που βασανίζει και βασανίζεται, χρόνος
που σε καθάριο στροβιλισμό ανέμου φέρνει λουλούδια
ανάκατα με βάναυσες παρουσίες, και καθεμιά τους,
καθώς αναρωτιέσαι τι να’ ναι, χάνεται γοργά
στον άνεμο και τη σκόνη.

Ο δρόμος είναι για μέρη γνωστά,
που αν δεν είναι μη πραγματικά
προμηνύουν εξορία και θάνατο.
Εσύ που υπάρχεις, εγώ που έχω γίνει
-περιπλανώμενος σε τέτοιο ανεμόδαρτο τόπο-
ένας άνθρωπος που πορεύεται πίσω από έσχατο κι αδύναμο ίχνος.

Είναι απίστευτο, αλλά σ’ αναζητώ σ’ αυτόν
ή σ' άλλο τόπο πάνω στη γη
όπου θα είν’ αρκετό ν’ αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.
Ωστόσο είναι ακόμη μια εποχή, η δική μου,
που αναμένει απ’ τους άλλους
αυτό που είναι μέσα μας ή αλλιώς δεν υπάρχει.

Η αγάπη βοηθάει να ζήσουμε, να αντέξουμε,
η αγάπη εκμηδενίζει ή δίνει ξεκίνημα. Κι όταν
κάνεις υποφέρει ή αδύναμα ελπίζει -ωστόσο ελπίζει-
πως η σωτηρία από μακριά αναγγέλλεται,
τότε μέσα του υπάρχει μια ανάσα αρκετή για να τον αναστήσει.
Αυτό το έμαθα και το ξέχασα χιλιάδες φορές
και τώρα από σένα γυρνάει σε μένα ως κάτι ξεκάθαρο,
τώρα αποκτά ζωντάνια κι αλήθεια.

Η ποινή μου είναι ν’ αντέξω και πέρα απ’ αυτή τη στιγμή.

Aprile – Amore
Il pensiero della morte m’accompagna
tra i due muri di questa via che sale
e pena lungo i suoi tornanti. Il freddo
di primavera irrita i colori,
stranisce l’erba, il glicine, fa aspra
la selce; sotto cappe ed impermeabili
punge le mani secche, mette un brivido.
Tempo che soffre e fa soffrire, tempo
che in un turbine chiaro porta fiori
misti a crudeli apparizioni, e ognuna
mentre ti chiedi che cos’è sparisce
rapida nella polvere e nel vento.
Il cammino è per luoghi noti
se non che fatti irreali
prefigurano l’esilio e la morte.
Tu che sei, io che sono divenuto
che m’aggiro in così ventoso spazio,
uomo dietro una traccia fine e debole!
È incredibile ch’io ti cerchi in questo
o in altro luogo della terra dove
è molto se possiamo riconoscerci.
Ma è ancora un’età, la mia,
che s’aspetta dagli altri
quello che è in noi oppure non esiste.
L’amore aiuta a vivere, a durare,
l’amore annulla e dà principio. E quando
chi soffre o langue spera, se anche spera,
che un soccorso si annunci di lontano,
è in lui, un soffio basta a suscitarlo.
Questo ho imparato e dimenticato mille volte,
ora da te mi torna fatto chiaro,
ora prende vivezza e verità.
La mia pena è durare oltre quest’attimo.

[Ιδού η στιγμή]
Ιδού η στιγμή,
που επιστρέφουν οι αναβάτες με τα ξίφη.
Το κενό βρίσκεται στην αρένα
και στο στέρνο των θεατών.
Επίκειται -μοίρα σκοτεινή
ή μαύρη μνήμη της σφαγής-
ο κίνδυνος στον μαινόμενο ήλιο.
Ο χρόνος καρφώνει τον εαυτό του,
τον βασανίζει κάτω από τη φωτιά
αόρατων κεραυνών. Ω χτύπημα!
Ο κόσμος πεινά και φοβάται
τον ίδιο του τον εαυτό,
αποφεύγει και πληγώνει
το ίδιο του το σκληρό κρέας.
Συστρέφονται ο κορμός κι ο αυχένας
του ταύρου και του ταυρομάχου
Σ' ένα σκληρό στροβιλισμό
δύναμης και ύλης…
προς δόξα ή χλεύη
του είδους μας
ή της κοσμικής υπεροψίας;

[Ecco l’ora]
Ecco l’ora,
rientrati i picadores,
il vuoto è nell’arena
e nel petto degli astanti.
Incombe, sorte oscura
o nera
memoria d’ecatombe,
l’alea
nel sole furibondo,
inchioda su se stesso il tempo,
lo escrucia sotto il fuoco
d’invisibili saette. Oh morso!
Ha fame ed ha paura
di sé il mondo,
si schiva e si confrica
la sua dura carne...
si torcono il torso e la cervice
del toro e del torero
in un duro torciglione
di forza e di materia...
in gloria od a ludibrio
della nostra specie
o della universale boria?