Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Τρεις Ούγγροι ποιητές, 6 ποιήματα


Sándor Kányádi
Ο αιώνιος ποιμένας
Σε βάλανε αρχηγό σ’ ένα μαυροντυμένο
ποίμνιο, αιώνιε ποιμένα.
Κάθεσαι στου μεγάλου ποταμού
την άλλη όχθη, όπως κάποτε έκανες
στο πλάι του θορυβώδη Δούναβη,
ακούγοντας με τα μάτια σου κλειστά,
και στο εξής πορεύεσαι για πάντα
με γυμνά τα πόδια, όπως σαν ήσουνα παιδί,
βαδίζοντας αργά από τον ένα σου βοηθό στον άλλο,
από κοπάδι σε κοπάδι συνεχίζεις  ν’ αντηχείς
τον μελαγχολικό των κουδουνιών τον ήχο.
Εσύ κι οι σύντροφοί σου εξακολουθούν μηνύματα να στέλνουν,
με κάθε ηλιοβασίλεμα και κάθε ανατολή πανσέληνου,
σ' αυτούς που ακόμη συνεχίζουν να ποιμαίνουν σε τούτη δω την όχθη.

Ανάμεσα σε δύο λεύκες
Ανάμεσα σε δύο λευκές, στον λόφο επάνω,
τώρα ο ήλιος λέει τον αποχαιρετισμό του.
Ακόμη καλοκαίρι είναι, ωστόσο φοβισμένα φύλλα
μοιάζουν να νιώθουν πως πλησιάζει η ώρα να πεθάνουν
και τρέμει στη σκιά αδύναμο το βουνίσιο γρασίδι.
Το δειλινό, χρωματισμένο σαν το μύρτιλο,
φέρνει μονάχα έναν παγωμένο τάπητα
σαν πέφτει η νύχτα - αυτό ήταν!
Ο ήλιος μπορεί να έχει φως ακόμη για να δώσει,
όμως ετούτο δω το δειλινό που σκοτώνει το θέρος
θα το ’χω εντός μου όσο ζω.

Lőrinc Szabó
Μιας και δεν είσαι πουθενά
Μιας και δεν είσαι πουθενά, παντού σε ψάχνω.
Στον ήλιο, στους αγρούς. Το φόρεμά σου μπορεί και να ’ναι ένα σύννεφο.
Ο κόσμος εξακολουθεί να σ’ εμφανίζει, εξακολουθεί την ύπαρξή σου
να κατέχει, ακόμη και στον τρόπο που το βλέμμα μου
αποτυγχάνει προβλέψιμα να σε συλλάβει.
Το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς, του γρύλλου ο ήχος
μπορούνε της φωνής σου τον κυματισμό να αποδώσουν.
Η φαντασία πάντοτε βρίσκει ένα ίχνος σου.
Σε βλέπω και δεν σε βλέπω, το αγαπημένο σου όνομα
στην καρδιά μου παντοτινά αντηχεί.
Κι όμως κάθε στιγμή μου στερεί τις αξιώσεις μου.
Ανοίγω τον εαυτό μου στ’ άστρα, την ακοή μου προσηλώνω,
αλλά καθώς θηρεύω εσένα, ο κυνηγός γητεύεται 
και μπαίνει μες στον τάφο του, στον εαυτό του μέσα εξαφανίζεται.

Τίποτε άλλο
Καθώς τίποτε απ’ αυτήν δεν έχει απομείνει,
λατρεύω όλα αυτά που γύρω της κάποτε κατείχε,
το μαξιλάρι όπου αναπαυόταν, το βραχιόλι,
πράγματα ορφανά που μείναν μόνα,
το κλειδί που μ’ οδηγούσε κάποτε σ’ αυτήν,
δάση απόμακρα και πόλεις, του ταξιδιού την σκόνη
που σηκώναμε μαζί και το χαμόγελο
που ανέβαινε με μια ριπή απ’ την καρδιά στα μάτια της,
όταν καθόταν να της φτιάξουν το πορτρέτο - όχι κανένα υποκατάστατο,
όλος ο κόσμος είναι γεμάτος απ’ αυτά
και είναι αυτά που τώρα οξυδερκή με κάνουν:
η γη κι ουρανός και όλα τα υπόλοιπα είν’ ένα μονοπάτι
και οδηγούν σ’ αυτήν. Πρέπει να μάθω ν’ αγαπώ τις σκέψεις μου για κείνη,
καθώς τίποτε άλλο πια απ’ αυτήν δεν έχει μείνει.

Endre Ady
Η κραυγή μου
Μην κλαις, εάν για σένα κλαίω.
Τάφο μην σκάβεις, αν είσαι σοφός.
Του κοιμητηρίου είμαι ο βασιλιάς
και οι κραυγές μου είναι παντοδύναμες κραυγές.

Όταν θρηνώ, και η ζωή θρηνεί μαζί μου-
θάνατος, αποτυχία, συντριβή, κατάρες κι αναστεναγμοί.
Η ειμαρμένη αντηχεί,
όταν κραυγάζω με πονεμένη την κραυγή.

Μπορώ μονάχα δάκρυα να δανείσω
και βάσανα σε κείνους που αγαπώ πολύ.
Γι’ αυτούς που βγάζω την κραυγή στεφάνι θα πλεχτεί
από δάφνες, ακόμη και βαθιά μέσα στην κόλαση.

Επάνω σου θέλω να προσκολληθώ
Ετούτη η πραγματικότητα, γεμάτη με φιλιά, τρελό με κάνει,
αυτή η μεγάλη εκπλήρωση,
αυτή η παράδοση, ετούτη η καλοσύνη πάλι και πάλι.

Με δακρυσμένο πρόσωπο στα γόνατά σου, σου δίνω το δεξί μου χέρι
και σε παρακαλώ, κυρά μου, με την πιο μεγάλη ειλικρίνεια:
διώξε με, στείλε με μακριά μέσα στη νύχτα.

Όταν τα χείλη μου αγγίζουν της φωτιάς την κορυφή,
άφηνε τα δικά σου στέρεα να παγώνουν
και ποδοπάτα με, γέλασε με τον πόθο μου.

Οι ζωντανοί οι πόθοι είναι σκληροί εκτελεστές.
Σ’ αφήνω, διότι σε ποθώ τόσο πολύ
και είναι μια κατάρα το παρόν, ακόμη και στις καλύτερες στιγμές του.

Άσε το σώμα σου στην ηδονή για πάντα να διαρκέσει,
άσε με να το δω να γίνεται κατακτητής
στα αρωματισμένα στρώματα του παρελθόντος.

Επάνω σου θέλω να προσκολληθώ με τόση δύναμη
που τελικά διαλέγω έναν χωρισμό που οικοδομεί
την έλξη, της ομορφιάς σου ο προστάτης να ’ναι.

Πάντοτε θέλω να υλοποιείς το όνειρό μου
για μια γυναίκα που με τέχνη μ’ αγαπά
και παραμένει αιώνια η ύψιστή μου αγαπημένη.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 3-12-2016]
[Με βάση την αγγλική μετάφραση του  Paul Sohar]