Η παρεξήγηση δύο φίλων για μια γυναίκα


Το απόσπασμα αυτό από κάποιο ανώνυμο έργο της Νέας Κωμωδίας ξεκινά με κάποιον δούλο, ο οποίος μονολογεί, έχοντας υποστεί απόρριψη από την ερωμένη του. Ωστόσο το πραγματικό του μέλημα είναι το γεγονός ότι το αφεντικό του έχει επιστρέψει από κάποιο ταξίδι και δεν γνωρίζει κάποιες πρόσφατες εξελίξεις στο σπίτι του. Σύντομα θα μάθει ότι η κόρη του λείπει από το σπίτι, γιατί έχει συνάψει δεσμό με κάποιον νεαρό, ο οποίος ονομάζεται Φαίδιμος. Μετά από ένα κενό μερικών στίχων  εμφανίζεται ο πατέρας της κοπέλας, ενώ ο Φαίδιμος, που είναι παρών, σπεύδει να κρυφτεί. Ο πατέρας εμφανίζεται στενοχωρημένος για την απουσία της  κόρης του και εισέρχεται στο σπίτι του μαζί με τον δούλο. Ο Φαίδιμος εμφανίζεται από την κρυψώνα του, ενώ έρχεται ο πιο καλός του φίλος, ο Νικήρατος. Ο Νικήρατος φιλοξενεί την κοπέλα του φίλου του για να τον βοηθήσει, αλλά ο Φαίδιμος κατηγορεί τον φίλο του ότι προσπαθεί να πάρει το κορίτσι για τον εαυτό του. Τελικά εμφανίζεται ένας άλλος φίλος, ο Χαιρέστρατος, τον οποίο ο Φαίδιμος τον είχε στείλει στο λιμάνι προκειμένου να καθυστερήσει την άφιξη του πατέρα της κοπέλας του. Ο Χαιρέστρατος  δεν βρήκε βέβαια τον πατέρα, αφού ο τελευταίος είχε φτάσει ήδη στο σπίτι του. Ωστόσο φτάνει την κατάλληλη στιγμή για να λύσει την παρεξήγηση ανάμεσα στους δύο φίλους βεβαιώνοντας τον Φαίδιμο για τις αγνές προθέσεις του Νικήρατου.


[ΔΟΥΛΟΣ] ... Λιγότερο, κυρά μου,[1]
φοβάμαι εσένα και πιότερο ετούτο τον πατέρα
που μόλις έφτασε και δεν γνωρίζει τίποτα
από τα γεγονότα, όπως φαίνεται.
Εκτός και αν συμβεί κάτι πέρα από κάθε λογική, ματαίως
εκτελέστηκε το όλο σχέδιό μου. Ωστόσο να που βλέπω
πως έρχεται γοργά αυτός εδώ. Γεια σου, Φαίδιμε.
Χάρηκα πάρα πολύ που άκουσα ότι είσαι εδώ
και έκανες καλά ευθύς σε μένα που ήρθες.
……………………………………………………… (κενό μερικών στίχων)
[ΠΑΤΕΡΑΣ] Ποιος σε προέτρεψε αυτό να κάνεις;
[ΔΟΥΛΟΣ] Ποιος; Εσύ ο ίδιος
δεν θα μ’ ανάγκαζες ετούτα να τα κάνω;
[Π] Μα τον Ηρακλή,
τι μου ’κανες κορίτσι μου; Τώρα μαθαίνω
τι έγινε. Είναι τώρα αυτή εκεί πέρα, όπως φαίνεται;
[Δ] Εκεί.
[Π] Τι πράγμα έκανες, κόρη μου! Δεν θα το φανταζόμουν,
θυγατέρα! Για ποιο λόγο, κορίτσι μου; (Μπαίνουν στο σπίτι)
[ΦΑΙΔΙΜΟΣ] Άραγε φεύγει;
[ΝΙΚΗΡΑΤΟΣ] Μιας και δεν βρήκα πουθενά τον Φαίδιμο,
γύρισα πίσω εδώ και περιμένω.
[Φ] Μήπως έκανα μεγάλο λάθος στέλνοντας
στο λιμάνι τον Χαιρέστρατο;[2]
[Ν] Να ο φίλος μου που εμφανίστηκε ολοκάθαρα.
[Φ] Μετά τον  συγγενή, να σου ο εχθρός.
Απορώ πώς και με ποιο τρόπο να τον πλησιάσω.
[Ν] Χαίρε φίλτατε σύντροφε! Παρακαλώ σφίξε το χέρι μου.
[Φ] Τι να κάνω τώρα; Η συναναστροφή, η φιλία, ο χρόνος,
η αγάπη του, το γεγονός ότι μου ήτανε πιστός και πριν…
………………………………………………………………………….. (κενό μερικών στίχων)
[Φ] Ξεπέρασες τους πάντες με τις πράξεις σου, ω πιστότατε!
Είσαι υπερβολικά φίλος!
[Ν] Μα τι είναι αυτά που λες;
[Φ] Μπα, για μένα έγνοια είχες;
[Ν] Έτσι νομίζω.
[Φ] Μα την Αθηνά, νομίζω πως είναι πιο ανδρείοι
όσοι μπορούνε και κοιτούν στα μάτια τους τους φίλους
ενώ τους έχουν αδικήσει, παρά αυτοί που μάχονται εχθρούς.
Στον πόλεμο οι αντίπαλοι κοινό έχουν τον φόβο και θεωρούν
πως κάνουνε κάτι καλό κι οι δυο τους.
Μα απορώ πραγματικά πώς τέλος πάντων η συνείδηση στους πρώτους[3]
τους επιτρέπει πολλές φορές να έχουν τόσο θράσος.
[Ν] Για ποιο λόγο τα λες όλα αυτά;
[Φ]  Αλίμονο εγώ ο καημένος!
Στη ζωή μου εντελώς απέτυχα. Γιατί στον βίο μας
ποιο είναι μεγαλύτερο αγαθό από τους φίλους;
Εάν δεν κατανόησα και δεν ξέρω
πώς πρέπει να τους αναγνωρίζω, μα μου ξεφεύγουν  
όσοι, φίλοι κατά τα άλλα, θέλουν το κακό μου,
ποιο είναι το όφελος να ζω;
[Ν] Πώς  είπες; Τι είναι αυτό που σ’ έχει λυπήσει;
[Φ] Εσύ μου το ρωτάς αυτό;
[Ν] Ναι εγώ, και απορώ πολύ καθώς σε βλέπω
να επιτίθεσαι σε μένα.
[Φ] Για πες μου, το ήξερες ή όχι
 ότι σου αποκάλυψα τα πάντα  για τον έρωτά μου με τη γυναίκα,
δίχως να κρύψω από σένα κάποιο από τα μυστικά μου;
[Ν] Τα πάντα, δεν αντιλέγω. Όμως περίμενε.
[Φ] Να περιμένω; Το ξέρω: μιας κι ο πατέρας της επρόκειτο να μου την πάρει,
είχες το θράσος να θέλεις να την παντρευτείς.
[Ν] Κάνεις λάθος.
[Φ] Πώς; Δεν είναι να την πάρεις εσύ;
[Ν] Άκουσέ με, αγαπητέ μου!
[Φ] Έχω ακούσει.
[Ν] Δεν γνωρίζεις.
[Φ] Τα ξέρω όλα.
[Ν] Προτού τα μάθεις; Με ποιο τρόπο;
[Φ]  Η ίδια η υπόθεση σε καταδικάζει στα μάτια μου
ότι δεν είσαι φίλος μου.
[Ν] Καλέ μου Φαίδιμε,
στραβά την πήρες την υπόθεση. Σχεδόν καταλαβαίνω
για ποιο λόγο με υποψιάζεσαι.
Επειδή όμως είσαι ερωτευμένος, σ’ ένα βαθμό
συγχώρεση σου δίνω, αν και με αγνοείς.
[Φ] Με έπεισες ν’ ακούσω τι τέλος πάντων πράγμα θαυμαστό θα πεις.
[ΧΑΙΡΕΣΤΡΑΤΟΣ] Δεν πήγα στο λιμάνι. Γιατί συνάντησα στο δρόμο
κάποιον συνταξιδιώτη του[4] που μ’ έκανε πίσω να γυρίσω λέγοντάς μου
πως από ώρα έχει φύγει προς τα δω…
Ποιος είναι αυτός;  Α, ο Νικήρατος κι ο Φαίδιμος
ο ίδιος, καθώς φαίνεται. Χαίρε πολύ, Φαίδιμε.
[Φ] Γεια σου και σε σένα, Χαιρέστρατε, αν βέβαια είναι να σώσεις κάποιον φίλο σου.
Γιατί εγώ υποφέρω και όχι λίγο από αυτόν.
[Χ] Τι συμβαίνει; Σίγουρα δεν αγνοεί ότι-
[Φ] Δεν το περίμενα, Χαιρέστρατε, πως ένας άνδρας που λέει ότι είναι φίλος μου-
[Χ] Πάψε και μην πεις τίποτα, στο όνομα των θεών, Φαίδιμε!
[Φ] Τι είναι λοιπόν;
[Χ] Θα μετανιώσεις γρήγορα.
[Φ] Καλά το ξέρεις πως θα το ’θελα. Θα μου ήταν εύκολο
ν’ αλλάξω γνώμη, αν μάθαινα, μα αυτός εδώ-
[Χ] Δεν θα σ’ αφήσω τίποτα να πεις αταίριαστο
τώρα που είμαι εδώ, μιας και γνωρίζω την υπόθεση.
Μόνο να είχες τρεις φίλους σαν κι αυτόν,
δεν θα υπήρχε κάτι που δεν θα μπορούσες να κάνεις από έλλειψη πιστών συμμάχων.
Όμως, Νικήρατε, φύγε από δω,
για να μην είσαι παρών σε όσα πρόκειται να πω.[5]
[Ν] Πάω μέσα.




[1] Εννοεί την ερωμένη του, με την οποία μάλωσε.
[2] Λάθος, με την έννοια ότι τον έστειλε να καθυστερήσει τον πατέρα, αλλά ο τελευταίος είχε ήδη φύγει από το λιμάνι.
[3] Εννοεί τους φίλους που έχουν αδικήσει φίλους.
[4] Συνταξιδιώτη του πατέρα της κοπέλας.
[5] Προφανώς ο Χαιρέστρατος έχει να πει πράγματα στον Φαίδιμο που δεν χρειάζεται να ακούσει ο Νικήρατος. Επίσης η αποχώρηση του Νικήρατου μπορεί να ήταν αναγκαία για τεχνικούς λόγους, δηλαδή για να εμφανιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο.