Ένας μάγειρας τσιμπολογά στα κρυφά


Στο παρακάτω απόσπασμα, που προέρχεται από ανώνυμη χαμένη κωμωδία, ένας μάγειρας μας πληροφορεί  για το τι κατόρθωσε να τσιμπολογήσει, καθώς ετοιμάζε το δείπνο του αφεντικού του:

...αυτό το εξαφάνισα και λίγο απ' το μυαλό
στην άκρη έβαλα. Μου μέτρησαν κομμάτια κρέατα
κι εγώ τα έκανα μικρότερα, στον αριθμό τους όμως ίδια.
Ήτανε και μια σούβλα μ’ έντερα. Αφαίρεσα κομμάτια
από τη μέση τρία και τα ακριανά μέσα τα ζούληξα.
Κι έτσι ξανάγινε ολόκληρη, ενώ η μέση κέρδος μου ' μεινε.
Τους έδωσα τα ψάρια, τα σπλάχνα όμως
σε μένα μοίρασα.  Υπήρχε και τυρί.  Έκοψα ένα κομμάτι.
Άρπαξα λίπος, έχυσα λάδι για τον εαυτό μου,
πήρα μαζί μου μέλι. Είχε απομείνει λίγο σίλφιο,[1]
χυμός, κύμινο και σινάπι. Πήρα σφουγγάρι,
το γέμισα μ’ αυτά κι ύστερα έφυγα.




[1] Φυτό του οποίου ο οπός χρησίμευε ως άρτυμα φαγητών και γιατρικό.