Οι περιπέτειες δύο αδερφών στο εξωτερικό


Από πάπυρο του 1ου αιώνα μ.Χ. σώζεται ο σχεδόν ακέραιος πρόλογος ενός ανώνυμου έργου της Νέας Κωμωδίας. Ο συγγραφέας με το στόμα του θεού Διόνυσου ανακοινώνει ότι ο πρόλογός του αποτελεί μία καινοτομία: θα είναι πολύ σύντομος και περιεκτικός αντίθετα από τη μόδα που κυριαρχεί. Η ερώτηση του τελευταίου στίχου απαντώνταν  πιθανώς με μια φράση του τύπου «σύντομα θα το μάθετε»  ή «επειδή το ήθελε έτσι ο ποιητής». Το περιεχόμενο του έργου ήταν πιθανότατα ο έρωτας μεταξύ των δύο νέων εξαδέλφων που αναφέρονται στο στίχο 19. Το απόσπασμα αποδεικνύει ότι οι εκτενείς πρόλογοι ήταν κάτι συνηθισμένο στη Νέα Κωμωδία, πιθανώς κατά το πρότυπο του Ευριπίδη, και ότι οι ποιητές της χρησιμοποιούσαν τον πρόλογο για να εκφράσουν τις απόψεις τους για την τέχνη τους και τους ομοτέχνους τους.

                        ...ούτε θεός που λέει πολλά,
ωσότου πιάσει τους ακροατές ο ύπνος.
Γιατί πολλούς γνωρίζω που προσπαθούν με λεπτομέρειες
να εξηγήσουν την αρχή της ιστορίας τους, πώς δηλαδή
ξεκίνησε, ύστερα πάλι πως συνέχισε,
προσθέτοντας σ’  αυτά και τις αιτίες
και τις αποδείξεις. Είναι λοιπόν αναγκασμένοι
να παλέψουν για να φτιάξουν πρόλογο μακρύ
και βαρετό, διδάσκοντας μ’ ευκρίνεια
κι εκθέτοντας με λεπτομέρεια πράγματα που -καλά το ξέρω-
κανένας θεατής δεν τα καταλαβαίνει και τούτο περιμένει,
πότε θα αποχωρήσει ο ομιλητής. Θέλω λοιπόν εσείς
να καταλάβετε αναγκαστικά τα πάντα κι εγώ ο ίδιος, μα το Δία,
να πω κάτι που πρέπει σε θεό, έναν πραγματικό θεό εννοώ.
 Γιατί εσείς πρέπει να με πιστέψετε εμένα, τον Διόνυσο,
 για όσα θα σας πω: ήτανε δύο αδέρφια κάποτε,
Σωσθένης και Δημέας, που νύφες πήρανε
από γειτονικές οικίες. Αγόρι απέκτησε
ο ένας και θυγατέρα ο άλλος.
Ύστερα σηκωθήκανε και φύγανε ταυτόχρονα κι οι δύο
για την Ασία κι εκεί κινδύνευσαν να χάσουν
τη ζωή τους. Ο ένας κλείστηκε στη φυλακή
με δίκη άδικη. Ο άλλος
τον βοήθησε και ξέφυγε. Έτσι ο ένας
διέφυγε απαρατήρητος κι ο άλλος έγινε κατάδικος
που τον βοήθησε να δραπετεύσει. Για δεκαέξι χρόνια
τράβηξε το μάκρος της αποδημίας τους.
Όμως γιατί κι οι δύο χρειάστηκαν, θα ρώταγε κανείς,
τόσα πολλά χρόνια;  Ποια ήταν η ανάγκη;
[Σύντομα θα το μάθετε.]