Ένας μάγειρας με λογοτεχνικές ανησυχίες


Το παρακάτω απόσπασμα κωμωδίας αποδίδεται στον Στρατώνα τον κωμικό, για τον οποίον όμως δεν ξέρουμε απολύτως τίποτα. Ο τίτλος του έργου ήταν Φοινικίδες. Κάποιος έχει προσλάβει έναν μάγειρα με λογοτεχνικές ανησυχίες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεννοηθεί μαζί του. Από την ασυνεννοησία προκύπτουν κωμικές παρεξηγήσεις:

Μια Σφίγγα αρσενικιά και όχι μάγειρα στο σπίτι μου
παρέλαβα. Απλώς, μα τους θεούς, από όσα λέει
ούτε κουβέντα δεν καταλαβαίνω. Προμηθευμένος
με καινούργιες λέξεις μάς κατέφτασε. Μόλις μπήκε στο σπίτι,
ευθύς με ρώτησε, κοιτώντας με μ’ ύφος σπουδαίο:  
«Πόσους μέροπες έχεις φωνάξει για το δείπνο; Λέγε».
«Φώναξα εγώ μέροπες για δείπνο; Είσαι τρελός!
Νομίζεις πως εγώ τους μέροπες αυτούς γνωρίζω;
Κανείς τους δεν θα είναι. Ετούτο, μα τον Δία,
θα ’ταν το τελευταίο που θα έκανα, να φώναζα στο δείπνο μέροπες».[1]
«Άρα λοιπόν συνδαιτυμόνας κανένας απολύτως δεν θα είναι;»
«Καθώς γνωρίζω, κανένας Συνδαιτυμόνας [2] δεν θα είναι». Μετρούσα με το νου:
θα έρθει ο Φιλίνος, ο Μοσχίων, ο Νικήρατος,
ο τάδε, ο δείνα. Τους αριθμούσα έναν-έναν με το όνομά τους.
Ανάμεσά τους κανέναν Συνδαιτυμόνα δεν τον λέγανε.
«Κανείς δεν θα ’ναι», λέω. «Μα τι λες; ούτε ένας;»
Εκείνος αγανάκτησε σαν να τον είχα αδικήσει
που τον Συνδαιτυμόνα δεν τον κάλεσα. Πολύ παράξενο!
«Λοιπόν, βούδαλο [3] δεν θα θυσιάσεις»;  «Όχι εγώ».
«Βόδι πλατυμέτωπο;»   «Δεν θα θυσιάσω βόδι, άθλιε».
«Άραγε αμνούς θα θυσιάσεις;»   «Μα τον Δία, εγώ τουλάχιστον όχι.
Τίποτε από αυτά. Μονάχα ένα προβατάκι».  «Λοιπόν», είπε,
«τα πρόβατα αμνοί δεν είναι;»  «Τα πρόβατα αμνοί;  Δεν γνωρίζω,
μάγειρε, τίποτα απ’ αυτά και ούτε θέλω να μάθω.
Είμαι κάπως χωριάτης, γι’ αυτό και μίλα μου απλά».
«Δεν ξέρεις που ο Όμηρος λέει-» «Και βέβαια.
Μπορούσε, μάγειρε, να λέει ό,τι θέλει.
Όμως αυτό με μας τι σχέση έχει και με το τραπέζι;»
«Να έχεις κατά νου τον Όμηρο, για να καταλάβεις και τ’ άλλα που θα πω».
«Γιατί, να με σκοτώσεις σκέφτεσαι με τρόπο ομηρικό;»
«Έτσι έχω μάθει να μιλώ».  «Λοιπόν, σε μένα έτσι
μη μιλάς μαζί σαν είμαστε».  «Όμως για τέσσερις
δραχμές [4] τους τρόπους μου να χάσω;
Τους ουλοχύτες  φέρε εδώ!»  «Αυτό πάλι τι είναι;»
«Το κριθάρι». «Γιατί λοιπόν, ζαβέ, μιλάς περίπλοκα;»
«Άλας θα έχει;» «Άλας; Δεν πας στο διάολο;
Να μου λες πιο καθαρά αυτό που θέλεις να μου πεις».
«Είσαι αγενής,  παππούλη»,  είπε.  «Φέρε αλάτι.
Αυτό είναι το άλας. Δείξε μου πού βρίσκεται». Μία λεκάνη
με καθαρό νερό ήταν εκεί. Έκανε θυσία κι έλεγε μυριάδες άλλα
τέτοια που, μα τη γη, κανένας δεν θα καταλάβαινε,
«τεμάχια, μοιράδια, δίπτυχα, οβελούς». Θα χρειαζόταν
να πάρει κανείς του Φιλητά [5] τα βιβλία
για να δει η κάθε λέξη τι σημαίνει.
Άλλαξα πια την στάση μου και πλέον τον ικέτευα
να μου μιλήσει ανθρώπινα.  Όμως ποτέ δεν θα μπορούσε να τον πείσει
ούτε κι η Πειθώ, αν δίπλα μας εκεί στεκόταν.
Μου φαίνεται πως πρέπει ο κακούργος να ’τανε  
δούλος κάποιου ραψωδού από παιδί
γι’ αυτό και παραφούσκωσε με λέξεις του Ομήρου.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------
[1] Η λέξη μέροπες σήμαινε "θνητοί, άνθρωποι", αλλά το αφεντικό του μάγειρα την αντιλαμβάνεται σαν να σημαίνει ένα είδος πουλιού (μελισσοφάγος).
[2] Η λέξη συνδαιτημών, που σημαίνει "αυτόνς που μετέχει σε δείπνο μαζί με άλλους", γίνεται αντιληπτή από τον ήρωά μας ως κύριο όνομα. 
[3] Στο πρωτότυπο ο μάγειρας χρησιμοποιεί τη λέξη ρηξίχθων που σημαίνει το βόδι που χρησιμοποιείται στο όργωμα. Στην απόδοση έβαλα την ιδιωματική λέξη βούδαλο = βουβάλι. 
[4] Πρόκειται για το μεροκάματό του.
[5] Σπουδαίος φιλόλογος της αλεξανδρινής εποχής, δάσκαλος του Πτολεμαίου Φιλάδελφου, του Ζηνόδοτου και άλλων. Έγραψε γλωσσάριο για αρχαϊκές σκοτεινές λέξεις (γλῶσσαι).