Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

Όψεις της ελληνικής ταυτότητας από τον Όμηρο στον Ηρόδοτο




Στον Όμηρο η λέξη βάρβαρος χρησιμοποιείται μια μόνο φορά (Ιλ. B 867) σε ένα σύνθετο επίθετο με περιγραφική έννοια, βαρβαρόφωνος, για να περιγράψει την ακατάληπτη γλώσσα των Καρών της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας. Η λέξη εδώ δεν φαίνεται να έχει την αρνητική χροιά που έλαβε σταδιακά και που οδήγησε τελικά, μέσω των Ρωμαίων, στη σημερινή αναμφίβολα αρνητική σημασία των λέξεων βάρβαρος και βαρβαρικός. Πρέπει να σημειωθεί η έλλειψη οποιασδήποτε πολιτικής διάστασης στη διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Τρώων. Γενικά στην Ιλιάδα υπάρχει μια ορισμένη ισότητα στην αξιοπρέπεια και την αρετή ανάμεσα στις δύο πλευρές.  Ο όρος ξένος έφερε την έννοια του «φίλου από φιλοξενία», του προσωπικού φίλου και συμμάχου, με τον οποίο μπορούσε να γίνει ανταλλαγή δώρων και με τον οποίο η φιλία ήταν κληρονομική. Ένα αριστοκρατικό μη εθνικό δίκτυο μπορούσε να επεκταθεί ανεξάρτητα από το αν ο φίλος και σύμμαχος κάποιου ήταν Έλληνας. Ακόμη και την κλασική περίοδο ο Όλορος, πατέρας του Θουκυδίδη, ονομάστηκε έτσι προς τιμήν ενός Θράκα βασιλιά που ήταν ξένος της οικογένειας. Κατά τη διάρκεια της αρχαϊκής περιόδου (8ος-αρχές 5ου αιώνα π.Χ.) ο όρος βάρβαρος πολλές φορές δεν ήταν  επιτιμητικός. Χρησίμευε συχνά απλώς για να περιγράψει ένα πλήθος λαών, από τους νομαδικούς Σκύθες ως τους Αιγυπτίους. Ένας βασικός λόγος γι’ αυτό ήταν ότι οι Έλληνες θεωρούσαν πως οι πολιτισμοί της Ανατολής, όπως ο Αιγυπτιακός και ο Βαβυλωνιακός, ήταν αρχαιότεροι. Ακόμη και τον 5ο και 4ο αιώνα ο Ηρόδοτος και ο Πλάτων απέδιδαν την προέλευση στοιχείων του ελληνικού πολιτισμού, όπως του αλφαβήτου και διαφόρων θεών, στην Ανατολή.
       Ωστόσο ανάμεσα στον Όμηρο και τον Ηρόδοτο υπήρξε όντως μια αλλαγή παραδείγματος στη στάση απέναντι στους ξένους λαούς. Μέχρι το 450 π.Χ. η αυτοσυνειδησία των Ελλήνων είχε πια οργανωθεί κυρίως μέσα από την αντίθεση με τους ξένους, οι οποίοι θεωρούνταν τώρα συλλογικά ως βάρβαροι με όλες τις αρνητικές αποχρώσεις της λέξης. Δύο ήταν οι παράγοντες που συνέβαλαν στην αλλαγή, ο αποικισμός και οι Περσικοί Πόλεμοι. Όσον αφορά το πρώτο: η συνάντηση των Ελλήνων και των ντόπιων έπαιρνε τη μορφή της στρατιωτικής υποταγής των ξένων στους Έλληνες, αναδείκνυε τις διαφορές και τις κωδικοποιούσε πολιτισμικά
            Από την άλλη η κοινή θρησκεία των Ελλήνων, που ένωνε αποίκους και μητροπόλεις και όλους τους Έλληνες μεταξύ τους μέσα από πανελλήνια ιερά, όπως της Ολυμπίας και των Δελφών, προωθούσε την ιδέα της Ελληνικότητας. Η Eλληνικότητα ήταν ένας συνδυασμός εθνικής ομοιογένειας (ὁμοαίματον), κοινού πολιτισμού, γλώσσας και θρησκείας, και τελικά ενός συλλογικού ασυνείδητου, δηλαδή όλα τα στοιχεία που αποτελούν μια εθνότητα. Αυτό που έλειπε ήταν το κοινό πολιτικό στοιχείο, λόγω της πολυδιάσπασης του ελληνικού κόσμου. Ένα μέρος του ελλείποντος «εθνικισμού» με τη σημερινή έννοια αναπληρώθηκε από τις εμπειρίες των Περσικών Πολέμων.  
            Γύρω στα 500 π.Χ. ένα καίριο κομμάτι του ελληνικού αυτοπροσδιορισμού αντιτίθετο σε μια πανελλήνια αίσθηση της ελληνικής ταυτότητας. Ήταν αυτό που σχετιζόταν με την πλήρη αφοσίωση του Έλληνα στην πόλη της οποίας ήταν πλήρες μέλος, πολίτης. Έλληνες που ανήκαν σε διαφορετικές πόλεις αντιμετωπίζονταν μερικές φορές ως εχθροί όσο και οι μη Έλληνες και οι ενδοελληνικοί πόλεμοι εμπόδιζαν την αμοιβαία συνεργασία. Οι Περσικοί Πόλεμοι άλλαξαν κάπως την κατάσταση, αλλά μόνο προσωρινά και μέχρι ένα σημείο.[i] Αλλά μετά τους πολέμους αυτούς το να είσαι Έλληνας απέκτησε και την πολιτική του διάσταση: σήμαινε την προτεραιότητα του νόμου και της πολιτικής ελευθερίας απέναντι στον ανατολίτικο δεσποτισμό. Το γνωστό επεισόδιο μεταξύ του Δημάρατου και του Ξέρξη στον Ηρόδοτο (7, 104, 4) δείχνει ανάγλυφα την αντίθεση στο πολιτικό πεδίο μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων: οι Έλληνες έχουν ως ύπατο άρχοντα τον νόμο, με άλλα λόγια η συνήθης πρακτική των Ελλήνων στις πόλεις-κράτη είναι να μην ανέχονται να υπάρχει δεσποτική εξουσία κάποιου προσώπου. Αυτή η διαφορά εξηγεί τη νίκη των Ελλήνων επί των βαρβάρων. Ήταν ο θρίαμβος της ελληνικής ελευθερίας υπό το νόμο σε βάρος του ανατολίτικου δεσποτισμού.
            Τώρα όλοι οι ξένοι λαοί έγιναν βάρβαροι και οι βάρβαροι θεωρούνταν απολίτιστοι. Μέχρι την εποχή του Ηροδότου οι Σπαρτιάτες ήταν οι μόνοι που διατήρησαν την αρχαϊκή χρήση των λέξεων και δεν υιοθέτησαν τη νέα διάκριση μεταξύ Ελλήνων ξένων σε μια άλλη ελληνική πόλη (ξένοι) και βαρβάρων ξένων (βάρβαροι). Αλλά οι Σπαρτιάτες ήταν και οι μόνοι που έκαναν κατά καιρούς απελάσεις ξένων, Ελλήνων και μη, αδιάκριτα (ξενηλασίαι).
         H έννοια της ελληνικής ανωτερότητας συνέχισε να αναπτύσσεται, ώσπου στα τέλη του 4ου αιώνα ο Αριστοτέλης έδωσε την παραδειγματική της έκφραση στα πρώτα κεφάλαια των Πολιτικών, περιγράφοντας τους βαρβάρους ως εκ φύσεως κατώτερους των Ελλήνων. Μόνο στην ελληνιστική εποχή η έννοια της ελληνικότητας πέρασε από τον διπολισμό της ελληνοβαρβαρικής εχθρότητας, που πήγαζε ιδιαίτερα από τη διχοτομία Ελλήνων και Περσών, σε έναν νέο ορισμό της ελληνικότητας με βάση την παιδεία και την κουλτούρα.  
  



[i] Από τους Πέρσες του Αισχύλου αποκομίζουμε, ηθελημένα εκ μέρους του ποιητή, την εντύπωση ότι όλοι οι Έλληνες πολέμησαν ενωμένοι εναντίον των βαρβάρων. Ο Ηρόδοτος όμως δεν αποκρύβει το γεγονός ότι μόνο 30 από τα 700 περίπου ελληνικά κράτη πολέμησαν εναντίον των Περσών.