Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

"Αστέριος είναι το όνομά μου": το ορφικό κείμενο από τα Φάρσαλα


[Φάρσαλα, Θεσσαλία][1]

Θα βρεις στην οικία του Άδη, στα δεξιά, μια κρήνη
και πλάι της κυπαρίσσι να στέκει λευκό.
Εδώ, σαν κατεβαίνουν, οι ψυχές των νεκρών δροσίζονται.
Τούτη την κρήνη ούτε καν να την πλησιάσεις!
Μπροστά σου θα βρεις νερό δροσερό να κυλά
από της Μνημοσύνης τη λίμνη.  Φύλακες στέκουν εμπρός της.
Θα σε ρωτήσουν ποια ανάγκη σε φέρνει.
Κι εσύ να τους πεις την πάσα αλήθεια, με μεγάλη ακρίβεια.[2]
Να πεις: «Είμαι παιδί της Γης και του έναστρου Ουρανού.
Αστέριος [3] είναι το όνομά μου. Στέγνωσα απ’ τη δίψα.
Αλλά αφήστε με απ’ την κρήνη να πιω».

Εὑρήσεις Ἀίδαο δόμοις ἐνδέξια κρήνην,
πὰρ δαὐτῆι λευκὴν ἑστηκυῖαν κυπάρισσον·
ἔνθα κατερχόμεναι ψυχαὶ νεκύων ψύχονται.
ταύτης τῆς κρήνης μηδὲ σχεδόθεν πελάσηισθα·
πρόσσω δεὑρήσεις τὸ Μνημοσύνης ἀπὸ λίμνης
ψυχρὸν ὕδωρ προ<ρέονφύλακες δ’ ἐπύπερθεν ἔασιν·
οἳ δέ σ<ε> εἰρήσονται τι χρέος εἰσαφικάνεις·
τοῖς δὲ σὺ εὗ μάλα πᾶσαν ἀληθείην καταλέξαι.
εἰπεῖν· Γῆς παῖς εἰμι καὶ Οὐρανοῦ ἀστ<ερόεντος
Ἀστέριος ὄνομα· δίψηι δεἰμ’ αὖος· ἀλλὰ δότε μοι πιένἀπό τῆς κρήνης.







[1] Από τάφο του 350-300 π.Χ. Το έλασμα βρέθηκε μέσα σε μια πλούσια διακοσμημένη αττική χάλκινη υδρία που εικόνιζε την αρπαγή της Ωρείθυιας από τον Βορέα (βλ. εικόνα). Μέσα στην υδρία ήταν οι στάχτες του νεκρού.
[2] Η αλήθεια εδώ είναι όλα όσα έμαθε ο μύστης στην επίγεια μύησή του ή στις προηγούμενες ζωές του. Επομένως πρέπει να θυμηθεί και να αποδείξει με ακρίβεια ότι ανήκει σε έναν εκλεκτό κύκλο μυημένων στα ορφικά δόγματα και όχι στην υπόλοιπη ανθρωπότητα που ζει στο ψέμα. Η αλήθεια αυτή συνδέεται με την ουράνια, θεία καταγωγή της ψυχής και με τη γνώση ότι το σώμα είναι μια φυλακή, ένας τάφος (σῆμα). Η αλήθεια στην ετυμολογική της σημασία επίσης υπονοεί εδώ μια συνολική μνήμη που αντιτίθεται στη λήθη. Τον όρο χρησιμοποιούν και οι φιλόσοφοι για τις διδασκαλίες τους, αλλά και οι κήρυκες καινούργιων δογμάτων (λ.χ. Χριστιανοί): ο Εμπεδοκλής μιλά για το λιβάδι της Αλήθειας (Β 121 D-K), o Παρμενίδης για την οδό της Αλήθειας (Β 8.18 D-K). Στον Παρμενίδη η Αλήθεια είναι ένα θεϊκό πρόσωπο ή η αποκάλυψη που δίνεται στον άνθρωπο που γνωρίζει. Βλέπει το φως της και ξεπερνά τα όρια της θνητής φύσης. Η παρουσία του όρου είναι σύμφωνη με την τάση να κυριαρχήσουν από τα μέσα του 5ου αιώνα οι όροι ἀληθής-ἀλήθεια σε βάρος προγενέστερων και αρχαϊκότερων όρων όπως ἐτεός-ἔτυμος-ἐτήτυμος-νημερτής-ἀτρεκής. Η τάση αυτή συνεχίζεται με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.
[3] Το όνομα φανερώνει την ουράνια καταγωγή της ψυχής του μύστη και δεν είναι το πραγματικό του, το οποίο δεν αναφέρεται ποτέ στην ομάδα αυτών των κειμένων. Αποποιούμενος το πραγματικό του όνομα, ο μύστης αποκηρύσσει την επίγεια ζωή, τη ζωή της λήθης, και διακηρύσσει τη βαθιά μεταμόρφωση που υφίσταται με τη μύηση: περνώντας από την άγνοια στη γνώση της βαθύτερης ανθρώπινης ουσίας σπάει τα δεσμά του κύκλου των ενσαρκώσεων και ανακαλύπτει την ουράνια καταγωγή του. Με την υιοθέτηση του καινούργιου ονόματος όχι μόνο αναγνωρίζει την αλλαγή στη ζωή του, αλλά βεβαιώνει στον Κάτω Κόσμο τους φύλακες ότι είναι ένα μυημένος που γνωρίζει την πάσα αλήθεια.