Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 3ο)


Μέρος 2ο

Μέρος 1ο

Όλα σε μορφή pdf


ΧΑΡΡΙΣ                                                                      
Χερουβικής χαράς χρυσός αθέρας                                                                                                            σ’ εφλόγισε πατώντας της Ηπείρου
το χώμα, σα στην πλατωσιά του απείρου
ν’ άστραφτε από το «εν τούτω νίκα» ο αιθέρας,

και σα σε λάμψη παρουσίας δευτέρας
μ’ αποκαλυπτικού αγαλλίαση ονείρου
νά ’βλεπες στο βυθό του Παμπονήρου
να γκρεμιστεί η Τουρκιά, το ανίερο τέρας.

Και σε λόγου σου τότε έκαμες τάμα
να φτάσεις όπου αυτός μόνος ξαμώνει
που ’ναι ποιητής και μάρτυρας αντάμα.

Του Απόλλωνα όχι η χάρη, η δόξα μόνη
σου ’λειπε του θανάτου −κι ένα βόλι
σ’ έστειλ’ ήρωα στο ηλύσιο περιβόλι.


ΝΙΚΟΣ ΚΟΓΕΒΙΝΑΣ
Και αν είναι άλλη ζωή, θα ’ναι για σένα
ο αθέρας τουτηνής. Βαθιά γαλήνη
σιωπής αρμονικιάς θα μεγαλύνει
τα πλήθια μάγια σμίγοντάς τα σ’ ένα

θεράπιο θεϊκό∙ τη μια παρθένα
που εφίλησες κι ο πόθος σου την κρίνει,
τα πέντε σας παιδιά που άχραντοι κρίνοι
ανθούν κι αλλιώς σου μοιάζει το καθένα

πεντάμορφο, και τ’ άδολο της Γνώσης
ανάμα, και τη φώτιση του Ωραίου
κι όσα δάκρυα φτωχών έχει στεγνώσεις

και, με τη λάβρα τ’ άξιου Κερκυραίου
για του νησιού σου την ευδαιμονία,
για το Γένος, την ένθεη μανία.


ΕΛΑ ΠΑΡΘΕΝΑ ΜΟΥ...
Έλα, παρθένα μου, να ιδείς πώς λάμπει το φεγγάρι.
-Φεύγα, μην τύχει και σε ιδεί το φως του ηλιού κοντά μου.
-Κάθησε κάτω, αγάπη μου, στο πράσινο χορτάρι,
φόβο μην έχεις, κάθησε, πέσε στην αγκαλιά μου.

-Φοβούμαι μη η μανούλα μου με ξυπνήσει και με κράξει,
φοβούμαι μη τα λόγια μας τα πάρει τ’ αγεράκι,
μήπως τ’ ακούσει φθονερός, μήπως πουλί πετάξει
και δει στα χείλη μας ζεστό τ’ έρωτος το φιλάκι.

-Πέσε, έλα, πέσε, αγάπη μου, στα χείλη μ’ αποκάτου.−
Στην αγκαλιά του έπεσε η εύμορφη παρθένα
κι έκρωζε κει ’νας κόρακας. Φαρμάκων’ η λαλιά του.

Τα μελωμένα τους φιλιά, και τα ζευγαρωμένα
κουφάρια τους εμείνανε− δες, την αστροφεγγιά του
το μισοφέγγαρο έκρυψε... −μαζί μαχαιρωμένα.


ΠΟΙΗΣΙΣ
Στην μοναξιάν, όπου ψηλός κρημνός σηκώνει
την κεφαλή του προς τα σύγνεφα κι αφήνει
τον καταρράκτη να βογγά και να φουσκώνει
και τα μαρμάρινα τα στήθη του να πλύνει,

εκεί που δάσος το λαγκάδι περιζώνει,
ενώ μεσουρανίς φιλέρημη σελήνη
ασημοΰφαντο λαμπρό μαγνάδι απλώνει
εις την απέραντη του σύμπαντος γαλήνη,

αυτού η καρδιά μ’ απ’ τη χαρά της ξεχειλίζει,
όταν ακούω την αγάπη μου να ψάλλει
των αθανάτων ποιητών τους θείους στίχους.

Τότε θαρρώ πως εμπροστά μου φτερουγίζει
αιθέρια μούσα μ’ όλα τ’ ουρανού τα κάλλη,
θαρρώ πως αγροικώ της λύρας της τους ήχους.



Η ΜΟΥΣΙΚΗ
Εις την γλυκιά της νύκτας ήσυχη ερημία,
ενώ λαμποκοπούν τ’ αστέρια μαγεμένα,
τ’ αέρι παίρνει απ’ τους ανθούς την ευωδία
και τα νερά κρυφομιλούν ερωτεμένα.

Τότ’ αγκαλιάζω αν αγροικώ την αρμονία
όπου τ’ αηδόνια χύνουν, στα κλαριά κρυμμένα,
ή κι αν ερωτική μου ψάλλει μελωδία
μέσα εις βαρκούλ’ αηδονολάλητη παρθένα.

Κι ευτύχημ’ άλλ’ ο νους μου δεν επιθυμάει
παρ’ όλην την ζωήν μου να την ναναρίζει
τέτοι’ αρμονία που τα πάθη όλα νικάει.

Εις την ψυχήν η Μουσική φτερά χαρίζει,
ώστ’ ημπορεί μακράν του κόσμου να πετάει
κι εις ύψη αιθέρι’ από ηδονή να λαχταρίζει.


ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ
Είσ’ έμορφη, σεμνή χωριατοπούλα
και στον ανθό της νιότης λουλουδίζεις,
δροσερή και γελούμενη ροδίζεις,
όπως στον ουρανό ροδίζ’ η αυγούλα.

Καθώς μες το τριαντάφυλλο η δροσούλα,
όμοια λάμπει το δάκρυ σου αν δακρύζεις,
σα νύφη στο χορό γλυκογυρίζεις
και καμαρώνεις σαν βασιλοπούλα.

Όλοι αντάμ’ ας φιλούν οι άλλοι μία
γριά φτιασιδωμένη, άσχημη, κρύα,
που κλαίει τα μαραμένα της τα νιάτα.

Εγώ σέν’  αγαπώ, σέν’ αγκαλιάζω.
Αν τη φωνή σου ακούσω, αναγαλλιάζω.
Λιώνομαι στα φιλιά σου τα δροσάτα.



ΣΤΟ ΦΙΛΟ Γ.ΚΑΛΟΣΓΟΥΡΟ
Όταν ξυπνάς στο αυτί σου έν’ αντηχάει
μονάχο «καλημέρα» ευλογημένο,
που η μάνα αγάλι αγάλ’ ηχολογάει
στο παιδί της κοντά τ’ αγαπημένο.

Την νύχτα πριν τα δυο σου μάτια κλείσεις,
ο γέροντας πατέρας σε σκεπάζει
και σου λέγει γλυκά να τον φιλήσεις,
και αν φιληθεί, η καρδιά του αναγαλλιάζει.

Αλλ’ όμως, Γιώργ’, η αγγελική ψυχή σου
κάπου ν’ αναπαυθεί, κάπου να λέει
έχει ανάγκη τα κρύφια μυστικά της.

Τες ώρες της χαράς  με τους γονείς σου
πέρασε, αλλ’ όταν η καρδιά σου κλαίει
στον φίλο θα ματάβρεις την χαρά της.


ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ
Ο κόσμος είναι πλανερό μαγνάδι
κεντησμένο με ρόδα και με βάγια,
με ήλιους και μ’ άστρα, που το απλών’ η Μάγια
απάνου στης αλήθειας το σκοτάδι.

Σ’ αγαπούσαμε τόσο, έρμο ρημάδι,
γιατί στη μέση απ’ της ζωής τα μάγια
στην ψυχή μας φανέρωνες την άγια
του θανάτου θωριά, τον κρύον Άδη,

το τίποτε∙ και ανήξερα στα βάθια
του είναι μας εξύπναες μια λαχτάρα
να γλιτώσουμε απ’ όλα μας τα πάθια,

την πικρή να ξορκίσουμε κατάρα
της ζωής, και να μπούμε μονομίας 
στ’ άδυτα της θεϊκής ανυπαρξίας.



ΑΜΙΛΗΤΑ
Ποτάμι τρέχει η αγάπη και όσο τρέχει
πληθαίνει και στ’ ολόγλυκό της ρέμα 
δείχνει της ευτυχιάς το ουράνιο ψέμα
και ο δρόμος της, θαρρεί, σωμό δεν έχει.

Μα μπροστά της χωρίς να το παντέχει
του πόνου η πικροθάλασσα στο βλέμμα
απλώνεται γεμάτη δάκρυα κι αίμα,
και τα πάντα ρουφάει, τα πάντα βρέχει.

Χρυσομάνα, εμαράθηκαν τα φύλλα
και χειμώνας πλακώνει∙ σε θωράω
κατάματα με τρόμου ανατριχίλα∙

Και σέναν’ αλαφιάζεται το πράο
άρρωστο ανάβλεμμά σου, σα να ερώτα:
θα χαρούμε άλλην άνοιξη, σαν πρώτα;


ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ
«Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία 
εδώθε». −«Έχω ένα ανίψι, τον Ευκλέα,
τρία αδέρφια, γιο, πατέρα Ολυμπιονίκες.

Να με αφήσετε πρέπει, Ελλανοδίκες,
κι εγώ να καμαρώσω μες τα ωραία 
κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκιες.

Με τες άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια∙
στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζει
με της αντριάς τα αμάραντα προνόμια.

Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
ύμνος χρυσός του αθάνατου Πινδάρου».



ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΙΝΝΑ
Τι με γνοιάζει πως είναι κελνερίνα,
αν μ’ όλη την καρδιά της μ’ αγαπάει,
αν τα στήθη της άσπρα είναι σαν κρίνα,
αν σαν τα Χερουβείμ χαμογελάει;

Σαν ο τυφλός που ξάφν’ ουράνι’ αχτίνα
το μαύρο σκότος γύρω του σκορπάει,
όμοια κι εγώ θαμπώνομαι από κείνα
τα δυο της μαύρα μάτια αν με τηράει.

Άμε χάσου ξερή Φιλολογία,
γριά φτιασιδωμένη, άσχημη, κρύα,
που ως τώρα το μυαλό μου έχεις τυφλώσει.

Την Εμορφιά την κλασική σπουδάζω,
όταν γλυκά την Μίννα μου αγκαλιάζω,
όταν η Μίννα ένα φιλί μου δώσει.


ΤΑΜΑ
Κόρη αφράτη, με στήθια σαν το γάλα,
μ’ ολόξανθα μαλλιά σαν το χρυσάφι,
με μάγουλα π’ ο Έρωτας τα βάφει
ρόδισμα ουράνιο ραίνοντας μια στάλα,

σαν και σένα δεν είναι πλάσματα άλλα∙
σε λαχταρώ σα διψασμένο αλάφι.
Να τ’ αγαπήσω η μοίρα μου το γράφει
τα δυο σου μάτια μαύρα τα μεγάλα.

Εσύ είσαι η ευτυχία μου, εσύ το φως μου,
πως θα ιδώ στη ζωή μου τέτοιο θάμα
ποτέ δεν το εφαντάστη ο λογισμός μου∙

να μη σ’ απαρνηθώ σου κάνω τάμα,
έλα, χαρές και βάσανα του κόσμου
χεροπιασμένοι θα περνάμε αντάμα.



ΟΝΕΙΡΟ
Νύχτα, με δίχως άστρα ουδέ φεγγάρι,
σε μιαν άγρια παράδερνα λαγκάδα∙
ξάφνου με σκιαχτερή ξένη ασκημάδα
τρεις  Άχαρες θωρώ σ’ ένα λογγάρι∙

Η μεσινή ψηλά κρατεί λυχνάρι,
που των τριωνών φωτίζει την αχνάδα∙
ουρλιάζοντας μ’ αταίριαστη βραχνάδα
αργά ξαλλάζουν το εξάδιπλο αχνάρι

κι ομπρός μου σταματούν. Τότε στυλώνει
η καθεμιά τα μάτια κατά μένα∙
η μεσινή το λύχνο χαμηλώνει

και φου! τον σβηούν οι τρεις με φύσημ’ ένα.
Φρενιασμένος εξύπνησα.  Αχ! το φως μου, −
την ίδια ώρα εσβήστηκε ο αδερφός μου!


ΠΛΗΡΩΜΑ ΧΡΟΝΟΥ
Οι Τούρκοι είναι θεριά, δεν είναι ανθρώποι.
Για χιλιοστή φορά πάλι σηκώσου!
Το τρισένδοξο θέλει ριζικό σου
θεριά να σφάξεις που τα θρέφει η Ευρώπη.

Πολύ ψηλά, κει που δε φτάνει τόπι 
αφορεσμένου Τούρκου, Φράγκου ή Ρώσου,
είναι στημένο τ’ άγιο φλάμπουρό σου
στου Ιδανικού το ουράνιο κατατόπι.

Κι α σε κρατούν πιστάγκωνα δεμένη
κι α χίλια μύρια βάσανα παθαίνεις,
μα στο τέλος θε να βγεις κερδεμένη,−

είσ’ αίμα Ελληνικό και δεν πεθαίνεις. 
Αν είναι ένας Θεός δικαιοκρίτης,
συ θα το δείξεις, Λευτεριά της Κρήτης.




ΠΑΤΡΙΔΑ
Πάλε ξυπνάει της άνοιξης τ’ αγέρι
στην πλάση μυστικής αγάπης γλύκα,
σα νύφ’ η γη πο ’χει άμετρα άνθη προίκα,
λάμπει ενώ σβηέται της αυγής τ’ αστέρι.

Πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι,
εδώ βουίζει μέλισσα, εκεί σφήκα∙
τη φύση στην καλή της ώρα εβρήκα,
λαχταρίζει η ζωή σ’ όλα τα μέρη.

Κάθε μοσκοβολιά και κάθε χρώμα,
κάθε πουλιού κελάηδημα ξυπνάει
πόθο στα φυλλοκάρδια μου κι ελπίδα

να  σου ξαναφιλήσω τ’ άγιο χώμα,
να ξαναϊδώ και το δικό σου Μάη,
όμορφή μου, καλή, γλυκιά πατρίδα.


ΧΑΡΑΥΓΗ
Αχνά, σαν το ροδόβαμμα μιας πρώτης
ανήξερης αγάπης, ξημερώνει∙
την απάρθενη θάλασσα φουσκώνει
σαν γλυκοανασασμός πάναγνης νιότης,

και σαν άνθια κυλάει τον κάτασπρό της
ανάλαφρον αφρό, και η γης ασκώνει
τη λευκή καταχνιά και φανερώνει
την ομορφάδα της αιωνιότης

άγγιχτη, αφίλητη, αθώρητη. Μένει
σαστισμένη η ψυχή στη δροσεράδα
του αγέρος που όσο πάει κι ασπρογαλιάζει∙

το πάθος ξαστοχάει και αναγαλλιάζει,
σαν ο άγριος κρίνος που ξανοίγει αράδα,
στην άπειρη ωραιότη ερωτεμένη.

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)


Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ
Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι,
γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη
πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει
σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.

Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι
της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει
στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι,
στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.

Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν,
ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν.
Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.


ΟΜΟΡΦΙΑ
Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι
της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι,
σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι,
κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,

διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει−
περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη,
σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι
τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.

Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια
και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα,
όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια

και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα
σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου:
«Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κοντά σου!»  



ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ
Με εκοίταξε ένα σούρουπο το Μάη,
το μοσχοβολισμένο Μάη το μήνα,
και η ματιά της για πάντα μου επρομήνα
ευτυχία, που το ουδέν δεν πεθυμάει.

Μα ο πόθος δεν χορταίνει, όσο κι α φάει,
μες την καρδία μου μπήγεται σα σφήνα∙
σα διψασμένη λιώνεται αλαφίνα
η ψυχή, όση γλύκα κι α ρουφάει.

Μάγο ανέσπερο φέγγος του θανάτου,
εσύ, ναι, με γλυκιά παρηγορία
πραΰνεις καθενός τα βάσανά του.

Μεσ’ απ’ την αλαβάστρινην υδρία
ό,τι κι αν τάζεις δίνεις∙ αφανίζεις
την πεθυμιά, τους ύπνους αιωνίζεις.


ΚΡΗΤΗ
Σειρήνα πρασινόχρυση, με μάτι
σαν της αγάπης, με λαχτάρας χείλια,
αχτιδομάλλα, ορθοβύζα, με χίλια
μύρια καμάρια και λέπια γεμάτη,

τραγούδι τραγουδάς μες τη ροδάτη
κατάχνια του πελάου, και στην προσήλια
του αγέρος πλατωσία και στα βασίλεια
της γης πνοή το σέρνει μυρωδάτη:

«Σαν το γάλα της αίγας Αμαλθείας
θρέφει θεούς και το φιλί μου εμένα.
Ελάτε να χαρείτε μες της θείας

αγκαλιάς μου το σφίξιμο ενωμένα,
πρόσφυγες της Ζωής, δώρα άγια τρία∙
θάνατο, αθανασία κι ελευτερία». 



ΨΥΧΟΦΙΛΗΜΑ
Χρυσάρμενα ονείρατ’ αργοπλένε
στα πέλαγα του πόθου οι φαντασίες
και κατακεί αρμενίζουν, όπου επήες,
όπου τα δυο σου μάτια γελοκλαίνε,

όπου απάρθενος φέγγεις, λατρεμένε
κρίνε της ομορφιάς, κι οι μελωδίες
των τραγουδιών σου σμίγουν τες μαγείες,                                            
που μες τ’ αγνά σου χείλη σιγοπνένε.−

Χάρου, καρδιά μου θλιβερή, και αγάλλου!
Πέρασε η μαύρη νύχτα κι η άγρια μπόρα∙
άνθι και συ μικρό μες του μεγάλου

κόσμου το περιβόλι άνοιξε τώρα.
Δεν ήξερε η ψυχή μου να φιλήσει∙
τώρα ξέρει. Ω πανάχραντο μεθύσι!


ΑΡΓΥΡΟΚΟΥΠΑ
Κρουσταλλένιο, διάφανο, γεμάτο
απ’ άδολο κρασί που πορφυρίζει,
με κίνημα θερμό, μ’ αίστημα ακράτο
ένα φτωχό ποτήρι σ’ αντικρίζει,

σε λαχταράει, σε γγίζει∙ μα τ’ αφράτο
πιοτό σαν αίμα χύνεται, σκορπίζει.
Και το ποτήρι μένει άδειο ως τον πάτο,
γιατί το σκούντημά σου το τσακίζει.

Και συ στέκεις ατάραχτη και κρύα,
αργυρόκουπα, πλούσια ιστορισμένη,
με την περήφανή σου θεωρία.

Είσαι να σ’ αγαπούν συνηθισμένη∙
στην πικρή της ζωής χαροκοπία
δε δείχνεις με τι σ’ έχουν γεμισμένη.



ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ
Του μυστήριου ανασήκωσε την πέτρα
και μη σκιαχτείς το δάγκωμα του αστρίτα∙
την αλήθεια ακατάπαυτα αναζήτα
και ιδές αν είναι, ως λεν, ψυχοπονέτρα.

Μία μία τες σαγιτιές του πόνου μέτρα
και άγρυπνος τες πληγές που ανοίγουν κοίτα∙
μηνύτρα φτάνει η καθεμιά σαγίτα
απ’ της άσπλαχνης Μοίρας τη φαρέτρα.

Και α βρεις που ο πόνος είναι η μόνη αλήθεια,
τότες απ’ τ’ αντρειωμένα σου τα στήθια
γδύσου την ταπεινότη της ορφάνιας∙

στης Ομορφιάς, στης Δύναμης τη γλύκα,
με αλαλητό χαράς και περηφάνιας
γίνε Θεός σου και τη Μοίρα νίκα.


SANSARA
Δεν λαχταρώ κι αναστενάζω γι’ άλλη
καλοτυχία, παρά για τα φιλιά σου∙
μα εσύ πετάς να στήσεις τη φωλιά σου 
μ’ άλλο ταίρι σε ξένο περιγιάλι.

Γεια σας, φανταχτερά Νεράιδων κάλλη, 
κόρη αηδονολαλήτρα, μάισσα, γεια σου! 
Κλαίω τη ροδοχιονάτη αμαλαγιά σου
σα να ’χε πας στου Χάρου την αγκάλη.

Μα δε σε θέλει ο Χάρος. Γράφ’ η Μοίρα 
πολυζώητο στη γης να μυριανθήσεις
τριαντάφυλλο ερωτιάς, και με τα μύρα 

του κόρφου σου τον κόσμο να μεθύσεις.
Μες της θείας σου γλύκας την πλημμύρα
την πίκρα της Αλήθειας να βυθίσεις.



ΕΙΔΩΛΑ
Άχαρή μου χαρά, φτωχοί μου στίχοι,
της ζωής μου ακριβό, κρυφό καμάρι, 
από καθάριο βγαίνετε ζυμάρι
κι είσαστε γεννημένοι όχι όπως τύχει.

Δεν κελαηδήτε ανούσιοι κι άσκοποι ήχοι
σαν τραγούδια ελαφρόμυαλου ερωτιάρη,
μα κι ούτε παρατάτε το συρτάρι 
να βρείτε αγοραστή τόσο τον πήχυ.

Γιατ’ είσαστε ψυχούλες και κορμάκια 
των πόθων και των πόνων μου, που πλήθια 
πικρά μ’ εσυχνοπότισαν φαρμάκια.

Είδωλα ’ναι οι χαρές, καημός η αλήθεια 
και αλήθεια είν’ η ζωή. Μα τι με μέλει! 
Θωρώ εσάς κι ο καημός γίνεται μέλι.


ΠΟΡΤΑ ΡΙΑΛΑ
Του Υπερανθρώπου, με τα δώρα τ’ Άρη,
η ελπίδα στην καρδιά μας φλόγα ανάβει. 
Αχ! ώσπου σάρκα ο πόθος μας να λάβει,
το ιδρύ θα γέρνει ομπρός στο μανιτάρι.

Και σένα, αντρείας σύμβολο, σκουτάρι
της Λευτεριάς, σ’ εγκρέμισαν οι σκλάβοι
κι οι αδύνατοι, σ’ εφάγαν οι εργολάβοι,
σαν τα σκουλήκια το νεκρό λιοντάρι.

Πάει το θεριό, που μ’ ασκωμένο νύχι
γης κι ουρανό φοβέριζε, και οι τοίχοι
παν, που μπαρούτι κι αίμα είχε τους βάψουν.

Να μπορούσαν να ζήσουν τούτοι οι στίχοι 
όσο εσύ θα ’χε ζήσεις, να σε κλάψουν
και κείνους που σ’ εχάλασαν να κάψουν 



ΚΕΡΚΥΡΑ
Η θάλασσα εσπαρτάρησε ως τον πάτο
κι άφρισε σαν εδέχτηκε στον κρύο 
κόρφο ακόμα ολοζώντανο το θείο 
σπόρο, απ’ τον ουρανό σταγμένο κάτω.

Τότες βγήκε απ’ το πέλαγο τ’ αφράτο,
τέρας της ομορφάδας και σημείο,
τ’ άγιο της Αφροδίτης μεγαλείο,
γλύκες ερωτικές όλο γιομάτο.

Μα το δρεπάνι, που ’χε αυτού σκορπίσει
του θεού τ’ αμελέτητα, και κείνο 
μες το γιαλό μελλότουν να καρπίσει.

Κι έτσι, Αφροδίτη των νησιών, με κρίνο
και ρόδο πλουμιστή, γιομάτη γλύκες,
Κέρκυρα, απ’ του Ουρανού το αίμα εβγήκες.


ΚΑΡΔΑΚΙ                      
Τ’ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου
ναού, στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι,
χορταριασμένα κείτονται. Γελάει
γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.

Και λέω που ακόμα απ’ την κορφή του ωραίου
βουνού στ’ άσπρα ντυμένη ροβολάει
η αρχαία ζωή κι αυτού φεγγοβολάει
λαμπρός ναός τεχνίτη Κερκυραίου.

Χρυσόνειρο, σε βλέπω γιατί μ’ έχει
μαγέψει το νερό στην κρύα βρύση,
που μέσαθε από τ’ άγιο χώμα τρέχει.

Έτσι κάποιος θεός θα το ’χει ορίσει.
Κι όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει
στα γονικά του πλια δε θα γυρίσει.


ΑΦΙΕΡΩΣΗ 
Πέτα, Αγάπη, στα ουράνια και χαιρέτα
τη μάνα μου και δείχ’ της τα φτωχά μου
τούτα τραγούδια, κι έπειτα εδώ χάμου
βλογημένα απ’ αυτήν ξανάφερέ τα,

μ’ ένα χαμόγελό της χρύσωνέ τα,
και σαν πετράδια ατόφωτα, σαν άμμου
χρυσού κλωνιά, χαρές και βάσανά μου,
θα γυαλίσουν μες στ’ άτεχνα σονέτα.

Σαν αλκυόνα, Αγάπη, με φτερούγες
απλωμένες διαβαίνεις ιριδένια
κατάστρωτες με φως ανάερες ρούγες.

Στης ζωής τ’ άγριο πέλαο νεραϊδένια
χαρίζεις καλοσύνη, όθε φωλιάζεις,
και μ’ όνειρα ουρανού το ασπρογαλιάζεις.


ΛΗΘΗ 
Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ’ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση∙
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται.−

Α δε μπορείς παρά να κλαίς το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν∙
θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν.



ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ
Στην κορφή της ζωής, όπου ροδίζει
της Λευτεριάς αμόλευτος αγέρας
και σαν ήχος αθάνατης φλογέρας
η ποίηση, αηδόνι θείο, καλοκαρδίζει,

άσκωσες διαμαντένιο μετερίζι
και στη μέση, ομορφιάς θάμα και τέρας,
ναό της Μεγαλόχαρης Μητέρας
έστησες, που σαν ήλιος πορφυρίζει.

Ποτέ στ’ αραχνιασμένο βάραθρ’, όπου
μες τη μούχλα και μες τη φαρμακίλα
οχιές κλωσούν οι κάκητες τ’ ανθρώπου,

ποτέ δεν εκατέβηκες κι εκύλα
η φωνή σου βροντή κι έκαιε σα φλόγα
τους πονηρούς, μα τους καλούς ευλόγα.


ANGELICA FARFALLA
 Στ’ ακύμαντα της θάλασσας ατλάζια
ακροπατώντας η ψύχη, σα να ’χει
μισoαπλωμένα τα φτερά, μονάχη
κινάει να βρει την άπειρη, γαλάζια

μοναξιά γιατρεμό για τα μαράζια,
που τόσο την παθιάζουν∙ και σα λάχει
ν’ αντικρίσει τ’ ωριόπλουμο σελάχι
κι όλα τ’ αστραφτερά χρυσά τσαπράζια

του Ήλιου, ορθοποδίζει ερωτεμένη
στης ασημοβολής το μονοπάτι,
που ίσια τη βγάνει στ’ άσπιλα τεμένη

της ομορφιάς κι εκεί, με την απάτη
πως θα πορεύεται αιώνια ιεροδούλα
στ’ άγιο φως καίεται σαν πεταλουδούλα.



ΑΛΚΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
(του πατέρα του)

Γιατί δεν τον φαντάζεσαι που ανέβη
να ψάλει σ’ άλλη γη μ’ αγγέλου λύρα
το τραγούδι, τρισεύγενή σου κλήρα,
που τ’ άχτια κάθε ζήσης ειρηνεύει;

Σ’ όλο τ’ άπειρο μ’ άγρια βασιλεύει
Μέδουσας κεφαλή πάνοπλη Μοίρα.
Στης πίκρας την πεντάμαυρη πλημμύρα
μόνη η ομορφιά για λίγο αντιπαλεύει.

Και -ω μυστήριο- καθώς διαβαίνει απ’ άστρα
σ’ άστρα, φως ζέστα, δύναμη μαγνήτη,
μες τη μενεξεδένια ουράνια πάστρα

με μάτια της ψυχής, σ’ άλλο πλανήτη
να κατεβαίνει φεγγοστάλαχτ’ είδα
(γιατί τον κλαις;) σαν αρμονίας αχτίδα.


EXCELSIOR!
Κρύο κρούσταλλο νερό τα ηλιοφρυμένα
χείλια θα ογράνει∙ ευγενικιά ανθρωπότη
θα τους φιλέψει πλούσιο φαγοπότι∙
κορμιά απ’ την πλήθια χάρη αλαφρημένα,

αγάλματα θεών ζωντανεμένα,
θ’ αγναντέψουν στη Νίμπρο εκεί την πρώτη
της λευτεριάς αστραφτερή λαμπρότη,
τα στήθια θα χαρούν τα πονεμένα.

Και ανηφορούν οι βλάμηδες λεβέντες
στ’ ατέλειωτο φαράγγι όλο χαλίκι
μονοσκοίνι με γέλια και κουβέντες.

Μα έχουν ποδάρια και καρδιές τσελίκι∙
μα τους θεριεύει η ελπίδα του θανάτου
με τ’ αγιασμένα δαφνοστέφανά του.