Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΕΠΗ ΤΟΥ ΠΥΘΑΓΟΡΑ



Σύντομο εισαγωγικό σημείωμα
Τα αποδιδόμενα στον Πυθαγόρα Χρυσά έπη ήταν γνωστά σε πολλούς συγγραφείς της αρχαιότητας. Μπορούν να αναφερθούν o Χρύσιππος, ο Πλούταρχος, ο Επίκτητος, ο Γαληνός, ο Κλήμης Αλεξανδρείας, ο Ωριγένης, ο Πορφύριος, ο Ιάμβλιχος, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Ιερώνυμος, ο Χαλκίδιος, ο Στοβαίος, ο Πρόκλος, ο Σιμπλίκιος και άλλοι νεοπλατωνικοί. Το έργο το εκτιμούσαν πολύ, όπως φαίνεται άλλωστε και από το ευρύ και ποικίλο πνευματικό υπόβαθρο των ανθρώπων που το χρησιμοποίησαν. Για όλους αυτούς τα Χρυσά έπη αποτελούσαν μια συμπύκνωση των βασικών αρχών της φιλοσοφικής και γενικότερα της ηθικής ζωής. Στους νεοπλατωνικούς κύκλους χρησιμοποιούνταν ως προπαιδευτικό μέσο, μια εισαγωγή στην καθαυτό φιλοσοφική παίδευση.
Το θέμα της πατρότητας του έργου ήταν αμφισβητούμενο ήδη στην αρχαιότητα: άλλοι συγγραφείς το απέδιδαν στον ίδιο τον Πυθαγόρα, άλλοι γενικά και αόριστα στην πυθαγορική παράδοση. Ορισμένοι επισήμαναν ότι σύμφωνα με την παράδοση ο Πυθαγόρας δεν έγραψε κανένα βιβλίο και πίστευαν ότι κάποιος ή κάποιοι μαθητές του, χρονικά κοντινοί ή μεταγενέστεροι, το απέδωσαν τιμητικά στον ιδρυτή της σχολής. Κατ’ άλλους δεν ήταν του Πυθαγόρα, αλλά προέκυψε από διδάγματα του μεγάλου φιλοσόφου, η ανάμνηση των οποίων διαφυλάχθηκε στο πλαίσιο της πυθαγορικής παράδοσης.   
Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουμε από ποιον και πότε συντέθηκε το ποίημα. Όποιος και να το έγραψε το απέδωσε στον Πυθαγόρα, παραλείποντας το δικό του όνομα, επειδή προφανώς θεωρούσε ότι το πόνημά του δεν εξέφραζε δικές του πρωτότυπες ιδέες, αλλά αποτελούσε περίληψη των ηθικών θεμελίων ολόκληρης της σχολής. Πιθανώς το κείμενο να αποτελούσε ένα είδος εγχειριδίου και πνευματικού οδηγού για κάποια συγκεκριμένη, άγνωστη σ’ εμάς πυθαγόρεια ομάδα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το έργο από μετρική και γλωσσική άποψη δεν είναι τόσο αρχαίο όσο ο Πυθαγόρας (6ος-5ος αιώνας π.Χ.), ούτε γράφτηκε από τον ίδιο, αφού μάλιστα στους στίχους 47-48 δίνεται ένας όρκος στο όνομα του «ανθρώπου που μας παρέδωσε την τετρακτύν», δηλαδή στο όνομα του Πυθαγόρα. Από την άλλη το γεγονός ότι ο στωικός Χρύσιππος (3ος αιώνας π.Χ.) είναι ο αρχαιότερος συγγραφέας που μνημονεύει στίχους του έργου υποδεικνύει ως terminus ante quem την περίοδο 280-250 π.Χ., αλλά όχι πολύ νωρίτερα.
Το ποίημα, μολονότι ανήκει σαφώς στην πυθαγορική παράδοση, φαίνεται να απηχεί και ιδέες από άλλες φιλοσοφικές παραδόσεις: ο ποιητής μοιάζει να γνωρίζει και να αποδέχεται ως συμβατές με την κοσμοθεωρία του ιδέες από τον Εμπεδοκλή, τον Πλάτωνα, τον Δημόκριτο, τον σοφιστή Πρόδικο, τους Στωικούς, τους Επικούρειους και αρκετούς άλλους φιλοσόφους. Υπάρχουν ακόμη φραστικές ομοιότητες με τα ορφικά χρυσά ελάσματα (στίχοι 63, 71), ενώ οι τίτλοι των έργων που αναφέρονται στους στίχους 67-68 έχουν ορφικό χρώμα. Η έλλειψη αναφοράς στην μετεμψύχωση είναι συμβατή με τη μεταγενέστερη πυθαγορική παράδοση και τοποθετεί το ποίημα σχεδόν σίγουρα μετά την εποχή του Πλάτωνα (427-347 π.Χ.). Από την άλλη οι εντυπωσιακές φραστικές ομοιότητες του ύμνου προς τιμήν του Διός που έγραψε ο Στωικός Κλεάνθης (331-232 π.Χ.) με σημεία των Χρυσών επών δείχνει ότι τα γνώριζε και τα μιμήθηκε. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω η πιο πιθανή χρονολογία σύνθεσης των Χρυσών επών είναι η εποχή γύρω στα 300 π.Χ.
Το κείμενο φαίνεται να αποτελείται από δύο μεγάλες ενότητες: Α) στ. 1-49α, όπου κυριαρχούν οι οδηγίες για τον τέλειο τρόπο ζωής και οι συνακόλουθες ρηματικές προστακτικές. Β) στ. 49β-71: κυρίως υποσχέσεις για ανταμοιβή, αν τηρηθούν οι κανόνες του 1ου μέρους (κυριαρχούν οι οριστικές των ρημάτων). Συνεπώς η γενική λογική είναι: αν εφαρμόσεις τους τάδε κανόνες, θα ανταμειφθείς με τον εξής τρόπο (συγκεκριμένα με γνώση της αληθινής φύσης των πραγμάτων όσο ζεις και με μετά θάνατον θέωση -στ. 70-71).
Το ποίημα έχει έντονο γνωμολογικό χαρακτήρα και από αυτή την άποψη συγγενεύει με τις συλλογές γνωμών και τη σοφιολογική παράδοση. Ωστόσο έχει ευρύτερη στόχευση από μια απλή συνάθροιση ρητών: θέλει να διαγράψει έναν ολοκληρωμένο τρόπο ζωής που θα οδηγήσει τελικά στην αθανασία. Αυτό έχει ως συνέπεια να παρουσιάζει συγγένεια και με το είδος των ιερών λόγων, δηλαδή ιερά κείμενα που στοχεύουν στο να φέρουν τους αναγνώστες τους σε επαφή με τη θεϊκή σφαίρα και θεωρούνται ως θεμελιώδεις κανονισμοί για τη λειτουργία θρησκευτικών ομάδων. Τέλος το κείμενο παρουσιάζει συγγένεια και με την λεγόμενη ψυχαγωγία, δηλαδή την πνευματική καθοδήγηση. Καθώς η ελληνιστική φιλοσοφία επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στην ηθική και κυριαρχεί η ανάγκη για ηθική, ψυχική και πνευματική ανάπτυξη, οι φιλόσοφοι επινοούν πρακτικές, οδηγίες και μαθήματα που στοχεύουν στη διαρκή πνευματική πρόοδο των ίδιων και των μαθητών τους μέσα από τη διαδικασία της αυτογνωσίας που περιλαμβάνει διαλογισμό και αυτοεξέταση. Αυτή ακριβώς είναι η στόχευση και των Χρυσών επών. Η αναφορά στο τέλος του κειμένου σε άλλα δύο προφανώς παρόμοια έργα (ΚαθαρμοίΛύτρωση της ψυχής) υποδεικνύει ότι τα Χρυσά έπη αποτελούσαν μέρος μιας ευρύτερης πνευματικής καθοδήγησης.
Η κοινότητα που χρησιμοποιούσε τα Χρυσά έπη ήταν σίγουρα πυθαγόρεια. Τα μέλη της έπαιρναν μέρος στην επίσημη λατρεία των πόλεων (στ. 1-3), εκτιμούσαν την αξία της οικογένειας και των φίλων (4-8), διέθεταν ιδιωτική περιουσία, την οποία μπορούσαν να επενδύσουν (16, 37-38), επισκέπτονταν το Γυμνάσιο (33). Είχαν διαιτητικούς περιορισμούς (67) και πιθανώς μια μορφή μυστικής λατρείας (47-48, 52, 64-65). Είναι φανερό, ωστόσο, ότι η κοινότητα αυτή δεν ζούσε την αυστηρή ασκητική ζωή των πρώτων πυθαγορείων, ούτε ακολουθούσε την κοινοκτημοσύνη, αλλά συμμετείχε πλήρως στην κοινωνική και οικονομική ζωή της εποχής της. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι το πνευματικό κλίμα του κειμένου μοιάζει να ανήκει περισσότερο στην παράδοση των ακουσματικών με την έμφασή της στον ορθό τρόπο ζωής, παρά στην παράδοση των μαθηματικών με την έμφαση στην επιστημονική γνώση.                   

Πρώτα του αθάνατους θεούς να τιμάς, σύμφωνα με την παραδοσιακή σειρά,
και να σέβεσαι τον όρκο σου. Έπειτα τους έξοχους ήρωες
και τις θεότητες του Κάτω Κόσμου τίμα, πράττοντας τα καθιερωμένα,
τίμα και τους γονείς σου και τους κοντινούς συγγενείς.
Από τους άλλους ανθρώπους κάνε φίλο εκείνον που αριστεύει στην αρετή.
Να ενδίδεις στους πράους λόγους και τα ωφέλιμα έργα.
Να μην μισείς τον φίλο σου για ένα μικρό του παράπτωμα,
όσο μπορείς. Γιατί η δύναμη στέκει κοντά στην ανάγκη.
Έτσι να τα γνωρίζεις αυτά και να συνηθίσεις να νικάς τα εξής:
την κοιλιά σου πρώτα απ’ όλα, τον ύπνο, τη λαγνεία
και την οργή σου. Να μην κάνεις ποτέ τίποτα αισχρό, ούτε μαζί με κάποιον άλλο,
ούτε μόνος σου. Πάνω απ’  όλους να ντρέπεσαι τον εαυτό σου.
Έπειτα τη δικαιοσύνη να εφαρμόζεις και με τα έργα και με τα λόγια σου.
Να μην συνηθίσεις τον εαυτό σου να αδιαφορεί για τίποτα,
αλλά να ξέρεις ότι όλοι είναι μοιραίο να πεθάνουν,
ότι η περιουσία άλλοτε αγαπά να ανήκει (σε κάποιον) κι άλλοτε να χάνεται.
Απ’ όσες συμφορές έχουν οι θνητοί εξαιτίας της θεϊκής τύχης
το μερίδιο που έλαχες να το υπομένεις, να μην αγανακτείς.
Να προσπαθείς να διορθώσεις τα πράγματα όσο μπορείς και να σκέφτεσαι το εξής:
η Μοίρα δεν δίνει πολλές τέτοιες συμφορές στους αγαθούς.
Στους ανθρώπους εφορμούν πολλοί λόγοι, καλοί και κακοί,
απ’ τους οποίους να μην εκπλήσσεσαι, ούτε να τους αφήσεις
να σε σταματήσουν. Αν ειπώθηκε κάποιο ψέμα,
να υποχωρείς ψύχραιμα. Όσα όμως θα σου πω να εκπληρώνονται σε κάθε περίπτωση:
κανείς, ούτε με λόγια, ούτε με έργα, να μην σε πείσει
να κάνεις ή να πεις παρά μόνο ό,τι είναι καλύτερο.
Σκέψου πριν δράσεις, για να μην κάνεις ανοησίες.
Το να κάνεις ή να λες ανοησίες είναι δείγμα ανάξιου ανθρώπου.
Να πραγματοποιείς εκείνα που αργότερα δε θα σε στεναχωρήσουν.
Μην κάνεις ούτε ένα απ’ όσα δεν ξέρεις, αλλά να διδαχτείς
όσα πρέπει. Μ’ αυτό τον τρόπο θα περάσεις τερπνότατη ζωή.
Δεν πρέπει να αμελείς την υγεία του σώματός σου,
αλλά να έχεις μέτρο στο πιοτό, το φαγητό και τη γυμναστική.
Με τη λέξη μέτρο εννοώ αυτό που δεν θα σου δώσει φόρτο.
Φρόντισε να ζεις με τρόπο μετριοπαθή και σεμνό.
Κοίτα να μην κάνεις όσα προκαλούν το φθόνο.
Να μην ξοδεύεις παράκαιρα τα αγαθά σου σαν ανίδεος,
αλλά να μην είσαι και φιλάργυρος. Σ’ όλα τα πράγματα το μέτρο είναι άριστο.
Κάνε αυτά που δεν θα σε βλάψουν, σκέψου πριν ενεργήσεις.
Να μην καλοδεχτείς τον ύπνο στα κουρασμένα σου μάτια,
προτού επισκοπήσεις τρεις φορές όσα έκανες μέσα στην ημέρα:
«πού το παράκανα; τι πέτυχα; τι δεν έπραξα απ’ όσα έπρεπε να κάνω;»
Ξεκινώντας απ’ την πρώτη πράξη σου εξέτασέ τες (όλες) διεξοδικά. Ύστερα
να θυμώσεις με τον εαυτό σου, αν έκανες κάτι κακό, και να χαρείς, αν έκανες κάτι σωστό.
Γι’ αυτά να κοπιάζεις, αυτά να φροντίζεις, αυτά πρέπει να αγαπάς.
Αυτά θα σε βάλουν στα ίχνη της θεϊκής Αρετής,
ναι!, μα τον άνθρωπο που παρέδωσε στην ψυχή μας την τετρακτύν,
πηγή αέναης φύσης. Αλλά ξεκίνα το έργο σου
ευχόμενος στους θεούς να το ολοκληρώσεις.
Αυτά αν τα κατακτήσεις,
θα μάθεις των αθάνατων θεών και των θνητών ανθρώπων
την ουσία, πώς διαπερνά όλα τα πράγματα και τα εξουσιάζει.
Και θα καταλάβεις, πράγμα θεμιτό, ότι όλα έχουν όμοια φύση,
ώστε να μην ελπίζεις τα ανέλπιστα και να μην σου ξεφύγει τίποτα.
Θα εννοήσεις ότι οι ταλαίπωροι άνθρωποι από μόνοι τους
υποφέρουν, αφού τα αγαθά που είναι δίπλα τους δεν τα βλέπουν,
ούτε τα ακούν, και τη λύση των συμφορών λίγοι την καταλαβαίνουν.
Τέτοια μοίρα βλάπτει το νου τους. Σαν πέτρες που κυλούν,
πάνε πότε εδώ και πότε εκεί, υποφέροντας πάθη αναρίθμητα.
Γιατί όλα τα συνοδεύει μια έμφυτη ολέθρια Έριδα, που βλάπτει στα κρυφά.
Αυτή δεν πρέπει να την ενισχύεις, αλλά να υποχωρείς και να την αποφεύγεις.
Δία πατέρα, στ’ αλήθεια όλους θα τους λευτέρωνες από πολλά δεινά,
εάν έδειχνες σ’ όλους ποια μοίρα τους κυβερνά.
Συ, όμως, έχε θάρρος, γιατί ορισμένοι θνητοί είναι από θείο γένος
και σ’ αυτούς η φύση παρουσιάζει και αποκαλύπτει όλα τα ιερά.
Αν έχεις μερίδιο σ’ αυτά, θα τα καταφέρεις σε όσα σε προτρέπω
προσπαθώντας για τη θεραπεία σου, και θα σώσεις την ψυχή σου απ’ τα βάσανα.
Να απέχεις από τις τροφές για τις οποίες μιλήσαμε στους Καθαρμούς
και στη Λύτρωση της ψυχής, κρίνε και στοχάσου τα πάντα
βάζοντας επικεφαλής σαν ηνίοχο την άριστη ικανότητα της κρίσης.
Κι αν αφήσεις το σώμα σου και έρθεις στον ελεύθερο αιθέρα,
θα είσαι αθάνατος, άφθαρτος θεός και όχι πια θνητός.

[ Σταύρος Γκιργκένης]

ΠΑΛΑΙΟΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ


Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Είκοσι ορισμοί για την αγάπη



 Είκοσι ορισμοί για την αγάπη
Η αγάπη είναι το κύμα όπου συναντιούνται δυο πουλιά,
αφού γυρίσανε όλο τον κόσμο αναζητώντας το ένα τ’ άλλο.
Η αγάπη είναι το αγνοημένο φύλλο
που γλίστρησε μέσα σου σε καλοκαιρινή βροχή και δεν το πρόσεξες.
Η αγάπη είναι το βουνό που υψώνεται,
για να ακούσει τη φωνή της αστραπής σου καθάρια σαν γεννιέται.
Η αγάπη είναι το σπήλαιο που κατεβαίνει ως την καρδιά σου,
για να βρει το μέταλλο που αγνοείς πως έχεις θησαυρίσει μέσα σου.
Η αγάπη είναι δυο δρόμοι που ενώνονται στη γη,
έχοντας ξεκινήσει από τα σύννεφα ή τα τάρταρα.
Η αγάπη είναι το δίχτυ που εγκλωβίζει στα σκοινιά του δυο ζωές,
μα τους παραχωρεί απέραντο τον χώρο του έρωτα.
 Η αγάπη είναι η λάμψη που εγκυμονεί η νύχτα,
όταν σκορπά το αίμα του γαλαξία στα σκοτεινά σκεπάσματά της.  
Η αγάπη είναι το νησί που αναδύεται,
κάθε φορά που υποχωρεί η άμπωτη της μοναξιάς.
Η αγάπη είναι το ρήγμα στο φλοιό της ύπαρξής σου,
ο μόνος σεισμός που λαχταράς να σε καταποντίσει.
Η αγάπη είναι ο λαχνός που αμφισβητεί όλες τις πιθανότητες,
γιατί στον διάλεξε η μοίρα πριν από την αρχή του χρόνου.

Η αγάπη είναι το μοναχικό κερί που τρεμοσβήνει στο τραπέζι σου
και στον καπνό του βλέπεις να σε κοιτά η μορφή που τρυφερά τη συλλογίζεσαι.
Η αγάπη είναι ο διάδρομος που ξεκινά από το πουθενά
και καταλήγει απροσδόκητα στην πόρτα του δωματίου σου.
Η αγάπη είναι το ακριβό ποτήρι που ίσως έσπασε,
μα το φυλάς ανάμεσα στ’ ασημικά των αναμνήσεών σου.
Η αγάπη είναι το ιχνογράφημα επάνω στα σεντόνια
από τη θέρμη σώματος που φλόγισες με τη λαχτάρα σου.
Η αγάπη είναι η στάλα που επιμένει να διαβρώνει το ταβάνι σου,
ακόμη κι όταν προσπαθείς να κλείσεις όλες τις διόδους στη βροχή.
Η αγάπη είναι η αράχνη που με πείσμα ξαναφτιάχνει τον ιστό της,
κάθε φορά που με μανία τον χαλάς.
Η αγάπη είναι το βιβλίο που παράτησες στη μέση,
μα οι σελίδες του συνεχίζουν να γυρνούν σαν δεν κοιτάς.
Η αγάπη είναι το ρολόι που θέλεις να αγνοείς και το άφησες ξεκούρδιστο,
κι εκείνο όλο και γρηγορότερα χτυπά συντονισμένο σε μυστικούς παλμούς.
 Η αγάπη είναι τα ρούχα τα ακατάστατα που δοκιμάζεις
για μια συνάντηση, που κι αν δεν γίνει, για σένα έχει ήδη εκπληρωθεί.
Η αγάπη είναι ο τρόπος που κοιτάς τα πράγματα, στο δωμάτιο ή στον κόσμο,
η απάντησή σου στο ερώτημα που αγνοείς ότι σου έχει υποβληθεί.



Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Η προβλεπτική δύναμη της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας


Μια επιστημονική θεωρία διαθέτει πάντα τα εξής βασικά χαρακτηριστικά: α) πρέπει να μπορεί να επαληθευτεί ή να διαψευστεί, β) πρέπει να ερμηνεύει σωστά τα διάφορα φαινόμενα και γ) πρέπει να κάνει προβλέψεις για καινούργια φαινόμενα που στη συνέχεια επαληθεύονται με πειράματα. Επειδή τα πειράματα είναι δύσκολα στις λεγόμενες θεωρητικές επιστήμες, μπορούμε να τα αντικαταστήσουμε με τη λέξη ανακαλύψεις ή καινούργια δεδομένα. Εδώ θα επικεντρωθώ στο τρίτο χαρακτηριστικό και θα δώσω δυο παραδείγματα της ικανότητας της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας να κάνει προβλέψεις που στη συνέχεια επαληθεύτηκαν. Θα είμαι πολύ συνοπτικός.

            Α. Η Ελληνική παρουσιάζει σε ορισμένες λέξεις ένα αρχικό φωνήεν που λείπει στις υπόλοιπες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες: π.χ. ἀστήρ (γεν. ἀστέρος), λατ. stella < sterla< sterula, αγγλ. star, γερμ. Stern, ινδική strbhih κ.ο.κ. / ἐρυθρός (προφ. eruthros), λατ. ruber, αγγλ. red, γερμ. Rot, ινδικά rudhira κ.ο.κ. / ὄνομα, λατ. nomen, αγγλ. name, γερμ. Name, ινδικά nama. Αρχικά οι γλωσσολόγοι υπέθεταν την προσθήκη ad hoc προθετικών φωνηέντων σ’ αυτές τις περιπτώσεις στην Ελληνική, μια καθόλου ικανοποιητική ερμηνεία, αφού δεν εξηγεί ουσιαστικά τίποτα. Ο Σωσύρ, ο μεγαλύτερος γλωσσολόγος της σύγχρονης εποχής, και στη συνέχεια πολλοί σπουδαίοι ινδοευρωπαϊστές διαμόρφωσαν μια πρόβλεψη, τη λεγόμενη λαρυγγική υπόθεση, από τη δεκαετία του 1870. Η θεωρία προέβλεπε την ύπαρξη μιας κατηγορίας φθόγγων στην μητέρα-γλώσσα (σημειώνονται στη γλωσσολογία ως h1, h2, h3), οι οποίοι στην ποιότητά τους πλησίαζαν το h. Οι φθόγγοι αυτοί χάθηκαν κατά τη δημιουργία των επιμέρους γλωσσών, αλλά το υπόλειμμα της αρχικής τους ύπαρξης διατηρήθηκε σε αρχική θέση στην Ελληνική ως «προθετικό φωνήεν».[i] Στην πράξη η θεωρία αποδείχτηκε ότι είχε πολύ μεγαλύτερη ερμηνευτική δύναμη από ό,τι αρχικά διαφάνηκε. Οι λαρυγγικοί φθόγγοι είχαν την ιδιότητα να «χρωματίζουν» ένα γειτονικό φωνήεν, αλλάζοντάς του την ποιότητα σε /ε/, /α/ ή /ο/ αντίστοιχα. Μ’ αυτό τον τρόπο εξηγούνταν σε μεγάλο βαθμό ένα άλλο «μυστηριώδες» φαινόμενο των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών: οι μεταπτωτικές βαθμίδες των φωνηέντων, δηλαδή το γεγονός ότι πολλές ρίζες μπορεί να εμφανίζονται με διάφορες φωνηεντικές παραλλαγές (π.χ. τέμνω, τόμος, ἔ-ταμον κ.τ.λ.). Επρόκειτο για μια πρόβλεψη, η οποία επαληθεύτηκε περίτρανα με την αποκρυπτογράφηση της Χεττιτικής, μιας άλλης ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, τον επόμενο αιώνα. Ένα τουλάχιστον από τα λαρυγγικά διατηρήθηκε εκεί και μάλιστα στις προβλεπόμενες θέσεις: λ.χ. hasterza είναι ο χεττιτικός τύπος για το άστρο.

            Β. Οι γλωσσολόγοι ήδη από τον 19ο αιώνα παρατηρώντας ότι μερικές φορές οδοντικοί, χειλικοί και ουρανικοί φθόγγοι στην Ελληνική αντιστοιχούν σε χειλοϋπερωικούς σε άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (π.χ. ελληνικό τε, λατινικό que, ελληνικό πέντε, λατινικό quinque, ελληνικό τίς, λατινικό quis, ελληνικό βοῦς (bous), ινδικό gauh κ.τ.λ.), υπέθεσαν ότι σε μια προϊστορική φάση η Ελληνική διέθετε αυτούς τους φθόγγους (qw, gw), τους οποίους πια είχε μεταβάλει σε οδοντικά, ουρανικά ή χειλικά (ανάλογα με το φωνητικό περιβάλλον και τη διάλεκτο) ως την εποχή του Ομήρου. Τον 19ο αιώνα, όμως, δεν υπήρχε αποδεικτικό υλικό, κείμενα πριν από τον Όμηρο. Και ιδού, η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β τη δεκαετία του 1950 μας έδειξε πώς ήταν η γλώσσα μας 400-600 χρόνια πριν από τον Όμηρο. Και τα χειλουπερωϊκά ήταν εκεί: το τε ήταν ακόμη qwe, ο βασιλεύς gwasileus, o βοῦς gwous (gwoqwolos = κλασικό βουκόλος!) κ.ο.κ.  

Πρόκειται για δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα που καθιστούν την ΙΕ θεωρία πραγματική επιστημονική θεωρία και όχι τυχάρπαστο τσαρλατανισμό με δόση επιστημονικής φαντασίας.  




[i] Αυτή η παρατήρηση δεν υπονοεί οποιαδήποτε προτεραιότητα της Ελληνικής ως προς τις άλλες αδερφές της γλώσσες. Άλλες γλώσσες της οικογένειας διατήρησαν και άλλα αρχαϊκά στοιχεία. Συχνά εδώ προκύπτει μια παρεξήγηση, την οποία μερικοί δεν εννούν να ξεκαθαρίσουν από τη σκέψη τους: η γέννηση γλωσσών από μια μητέρα γλώσσα είναι ένα ιστορικό, παρατηρημένο και επιβεβαιωμένο φαινόμενο και στα ιστορικά χρόνια. Από τη Λατινική γεννήθηκαν η Γαλλική, η Ιταλική, η Ισπανική, η Καταλανική, η Ρουμάνικη, η Πορτογαλική κ.τ.λ. Καμιά από αυτές τις γλώσσες δεν έχει προτεραιότητα έναντι της άλλης. Είναι όλες ισότιμες αδερφές που εξελίχτηκαν αργά από την ίδια μητέρα. Το ίδιο ισχύει και για τις ΙΕ γλώσσες. Μερικοί «φοβούνται» ότι αν η Ελληνική είναι ΙΕ γλώσσα, τότε κάποια άλλη από τις γλώσσες αυτές της κλέβει τα πρωτεία. Η συζήτηση για πρωτεία εδώ δεν έχει απλώς κανένα απολύτως νόημα.

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Η αμφισβήτηση της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας και του φοινικικού αλφαβήτου



Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στην Ελλάδα μια γενικευμένη τάση αμφισβήτησης δύο βασικών επιστημονικών θεμελίων της γλωσσικής επιστήμης, τα οποία γίνονται καθολικά αποδεκτά από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα: εννοώ την ινδοευρωπαϊκή θεωρία και την φοινικική προέλευση του αλφαβήτου, θεωρίες οι οποίες -σημειωτέον- είναι άσχετες μεταξύ τους και η μία δεν προϋποθέτει την άλλη. Ωστόσο εύκολα διαπιστώνει κανείς μια σύνδεση των δύο στο συλλογικό ασυνείδητο μιας ευσεβούς μερίδας συμπολιτών μας και μια συνακόλουθη απόρριψη. Πώς γίνεται να συμβαίνει αυτό; Πώς γίνεται μπλόγκερς, αστρολόγοι, μέντιουμ, εσωτεριστές, αυτόκλητοι «ερευνητές» να έχουν διακρίνει μια αλήθεια που περνά απαρατήρητη από τη μάζα των ειδικών; Εδώ δεν θα προσπαθήσω να εκθέσω λεπτομέρειες των δύο παραπάνω θεωριών, αλλά να ερμηνεύσω κοινωνιολογικά το θέμα.
             Στην αρχή ήταν το Χάος. Ένα χάος ορισμών, εννοιών, χρονολογιών, ημιμάθειας, στάσεων ζωής, κοσμοθεωριών. Η ινδοευρωπαϊκή θεωρία σ’ αυτό το χάος γίνεται αντιληπτή, ουαί, ως μια απόπειρα αμφισβήτησης της ελληνικότητας και μάλιστα της καθαρότητας της ελληνικότητας. Πώς γίνεται οι Έλληνες και ο λαμπρός τους πολιτισμός να είναι συγγενείς με τους Οστρογότθους, τους Γαλάτες του Αστερίξ και τους μαυριδερούς Ινδούς και Πέρσες; Εδώ είναι η πρώτη μεγάλη σύγχυση εννοιών και ορισμών: η γλωσσική κοινότητα στην επιστήμη δεν υπονοεί αναγκαστικά και φυλετική ή εθνοτική κοινότητα. Ειδάλλως οι σκουρόχρωμοι Τζαμαϊκανοί, που μιλούν μια μορφή της Αγγλικής, θα έπρεπε να θεωρηθούν βέροι Αγγλοσάξωνες και οι Νοτιοαφρικανοί, που μιλούν μια παραλλαγή της Ολλανδικής, θα έπρεπε να λογίζονται ως απόγονοι του Φαν Γκογκ. ΠΟΤΕ κανείς στη γλωσσολογική επιστήμη δεν μίλησε για φυλετική ή εθνική ινδοευρωπαϊκή κοινότητα, αλλά μόνο για γλωσσική κοινότητα. Ο φόβος, όμως, μην θιγεί η καθαρότητα της φυλής οδηγεί σε παραλογισμούς, στην εξήγηση αυτού που εκ πρώτη όψεως κρίνεται ως παράλογο με ένα άλλο παράλογο: αν οι Ινδοί, οι Τεύτονες και οι Σλάβοι μιλούν γλώσσες συγγενείς με τα ελληνικά, αυτό οφείλεται στο ότι ο Ηρακλής και ο Διόνυσος (!) ταξίδεψαν σε απροσδιόριστο χρόνο στα βάθη της Ασίας, κατέκτησαν την Ευρώπη (βλ. λ.χ. ΕΔΩ). Εκπολίτισαν μάλιστα ακόμη και τους δυστυχείς Ινδιάνους της Αμερικής που ως τότε γρύλιζαν. Αλλά δεν φτάνει μόνο αυτό. Ο ίδιος ο άνθρωπος γεννήθηκε στην Ελλάδα εκατομμύρια χρόνια πριν. Ναι, ο πρώτος αυστραλοπίθηκος που έκανε την υπέρβαση ήταν Έλληνας (βλ. λ.χ. ΕΔΩ). Η πρώτη γλώσσα που είχε φωνήεντα ήταν η Ελληνική. Μέχρι τότε η υπόλοιπη ανθρωπότητα αντιλαλούσε μέσα στα σπήλαια με κραυγές που περιείχαν μόνο σύμφωνα. Τα φωνήεντα τα χάρισαν στην ανθρωπότητα οι Έλληνες σαν σοκολατάκια στο φανταχτερό κουτάκι τους. Ας πρόσεχαν. Οι μύθοι αυτοχθονίας των Αθηναίων δικαιώνονται: οι Έλληνες γεννήθηκαν από τη γη τους. Ξεχνούν όμως οι διάφοροι παραληρούντες ότι οι Αθηναίοι θεωρούσαν τους υπόλοιπους μισούς Έλληνες, τους Δωριείς, βάρβαρους πλάνητες χωρίς πατρίδα, επήλυδες, που μετακινούνταν σαν θηρία από δω κι από κει. Και ιδού η κορύφωση της αντίφασης: οι Αθηναίοι, στο πλαίσιο των μύθων τους περί αυτοχθονίας, δεν θεωρούσαν καν τους εαυτούς τους Έλληνες: μιλούσαν πρώτα βαρβαρικά, ήταν Πελασγοί, και μόνο ύστερα έμαθαν την Ελληνική ...από τους Δωριείς που χαρακτήριζαν ως βάρβαρους. Αυτά παθαίνει κανείς, όταν αγνοεί την πολιτική λειτουργία των μύθων αυτοχθονίας και τους εκλαμβάνει ως κυριολεκτική ιστορική αλήθεια.
            Το φοινικικό αλφάβητο -λεν- δεν είναι φοινικικό. Και βέβαια δεν είναι μας πληροφορεί η γλωσσική επιστήμη. Στην πραγματικότητα άρχισε να πρωτοδιαμορφώνεται σε μια εποχή που οι Φοίνικες δεν είχαν διαφοροποιηθεί ως έθνος. Τα πρώτα δείγματα αλφαβητικής γραφής είναι από το 1900 π.Χ., στην Αίγυπτο. Δημιουργήθηκε πιθανότατα με την ενεργό βοήθεια Αιγύπτιων γραφέων από σύμβολα της ιερογλυφικής (βλέπε ΕΔΩ). Πριν το φοινικικό αλφάβητο υπάρχει η Πρωτο-Σιναϊτική και η Πρωτο-Χαναανιτική γραφή. Μόνο από το 1200 π.Χ. μπορούμε να μιλάμε για μια φοινικική εκδοχή αυτού του αλφαβητικού συνεχούς που εκκινά 700 χρόνια πριν. Η ιστορική τύχη το θέλησε οι Έλληνες να έρθουν σε επαφή μ’ αυτή την συμφωνική γραφή σε μια περίοδο που οι ίδιοι δεν διέθεταν καν γραφικά συστήματα (με εξαίρεση την Κύπρο και το τελείως διαφορετικό ως προς τη φύση του Κυπριακό Συλλαβάριο). Οι αρχαιότερες αλφαβητικές ελληνικές επιγραφές είναι από το 770 π.Χ. Αν το αλφάβητο ήταν ελληνική επινόηση, τότε καλούμαστε να πιστέψουμε ότι ενώ οι Μυκηναίοι το διέθεταν από την Εποχή του Χαλκού, προτίμησαν για αιώνες την ατελή και δύσχρηστη Γραμμική Β΄, συλλαβική στη φύση της, αντί για το εύχρηστο και ακριβές αλφάβητο. Μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού κόσμου το 1200 π.Χ. οι Έλληνες έμειναν χωρίς γραφή για 400 χρόνια ξεχνώντας το αλφάβητο στο σεντούκι, ενώ οι Φοίνικες και άλλοι λαοί στο μεταξύ το χρησιμοποιούσαν με όλη τους την άνεση και χωρίς να πληρώνουν πνευματικά δικαιώματα. Η μόνη λύση στο λογικό αδιέξοδο που και οι ίδιοι οι αμφισβητίες αντιλαμβάνονται είναι μία και μοναδικά υπέροχη: μα και οι Φοίνικες ήταν Έλληνες. Έχουν ελληνικό όνομα. Τι να λέμε τώρα; Εδώ οι πρόγονοί μας είχαν φτάσει στον Αμαζόνιο. Επέζησαν από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Πολέμησαν τους Άτλαντες το 9000 π.Χ., τους αφάνισαν με πυρηνική υπερτεχνολογία. Οι Φοίνικες δεν μπορεί παρά να ήταν ελληνόσποροι, τελεία και παύλα.
            Πέρα από τις αμφίβολου γούστου αστειότητές μου, νομίζω ότι πίσω από όλο αυτό κρύβεται κατά βάθος μια γερή δόση κρυπτόμενου αντισημιτισμού: οι Φοίνικες μιλούσαν μια σημιτική γλώσσα, ήταν αδερφάκια των κατάρατων Εβραίων. Πώς μπορεί οι Σημίτες να έκαναν μια τέτοια επινόηση; Ανήκουστο. Η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα κυριαρχείται από τους Σιωνιστές (κατ’ άλλους κυριαρχείται από σατανιστές ή κομμουνιστές ή τους γκέι ή και τους εξωγήινους, όπως το βλέπει κανείς). Βγάζουν όλες αυτές τις θεωρίες για να δοξάσουν το γένος τους. Έχουν δύναμη και λεφτά. Ελέγχουν την επιστήμη (μεταξύ μας και πολλά άλλα) και διαδίδουν τις βρωμερές ανθελληνικές απόψεις τους και την ινδοευρωπαϊκή θεωρία τους. Ακόμη και ο Χριστιανισμός είναι μια επινόηση των Σιωνιστών, για να υποσκάψουν την ελληνική καθαρότητα, φυλετική, γλωσσική και πολιτιστική. Το Βυζάντιο δημιουργήθηκε για να σβήσει τον Ελληνισμό.
            Αφήνω στην άκρη ασχολίαστες άλλες πτυχές όλου αυτού του παραλογισμού, όπως είναι οι δήθεν μαγικές ιδιότητες των ελληνικών γραμμάτων, ο μυστικός κώδικας του Ομήρου ή της ελληνικής γλώσσας και άλλα πολλά (βλ. λ.χ. ΕΔΩ). Αφήνω επίσης στην άκρη τον θρησκευτικού τύπου ζήλο και μεσαιωνικό φανατισμό, με τον οποίο οι υποστηρικτές αυτών των απόψεων αντιμετωπίζουν όσους τολμούν να εκφράσουν τα συμπεράσματα της επιστήμης. Όλα αυτά είναι ανησυχητικά, επειδή για μια ακόμη φορά το αρχαίο πνεύμα διαστρεβλώνεται και η αρχαία φωνή υποβάλλεται σε βασανιστήρια για να πει κάτι που ποτέ δεν θα ήθελε να πει. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν έχουν ανάγκη από τέτοια αμφιβόλου είδους υποστήριξη. Το στίγμα τους το άφησαν μια για πάντα στην ιστορία του ανθρώπου ανεξίτηλο και δεν κινδυνεύει από κανέναν, γιατί είναι κτήμα όλης της ανθρωπότητας. Η προσπάθεια να τους εξυψώσει κανείς με τέτοιες δοξασίες το μόνο που κάνει είναι να προσπαθεί να χωρέσει κάτι πολύ μεγάλο στον στενό κορσέ του νεοελληνικού συμπλέγματος κατωτερότητας.  

Οι Νερόμυλοι της Αρναίας Χαλκιδικής


Στην νοτιοδυτική πλευρά της Αρναίας στην ορεινή Χαλκιδική (πρώην Λιαρίγκοβη) λειτουργούσαν μέχρι τη δεκαετία του 1950 τρεις νερόμυλοι. Ο νερόμυλος του Ζυγούρη Γεώργιου (1877-1949) ή Ζυγούρη Μύλος, ο νερόμυλος των αδελφών Καφετζή και ο νερόμυλος των αδελφών Κάτσιου. Ο πρώτος ήταν και ο μόνος που συνοδευόταν από μεγάλη δεξαμενή (μυλονόστερνα), ενώ οι άλλοι δύο είχαν κατασκευές - «δέσιμο λάκκου» το ονόμαζαν - μέσα στον παρακείμενο παραπόταμο. Ο νερόμυλος του Ζυγούρη Γεώργιου, ο οποίος βάση συμβολαίου που έχω στην κατοχή μου, βρισκόταν στην περιοχή Κάτω Ποταμός Αρναίας (1), κατασκευάστηκε το 1912. Μάστορες (κτίστες) ήταν οι αδελφοί Ιωάννης, Γεώργιος και Μόσχος Πνευματικός. Τεχνίτης στην εγκατάσταση του Μύλου ήταν ο Αστέριος Μπρούζος με βοηθό τον ιδιοκτήτη.(2)

Σύμφωνα με μαρτυρίες του Πέτρου Γ. Ζυγούρη (όπως τις κατέγραψε ο κ. Δημήτριος Θ. Κύρου), ο νερόμυλος διέθετε μια μεγάλη δεξαμενή νερού διαστάσεων 20 Χ 7μ. περίπου, η οποία διασώζεται μέχρι σήμερα, λιθόκτιστο κτίσμα διαστάσεων 6 Χ 8μ., ένα δωμάτιο για το μυλωνά διαστάσεων 3 X 3μ., ξύλινη φτερωτή και δύο μυλόπετρες διαμέτρου 1μ. Οι μυλόπετρες που ήταν συνδεδεμένες με ένα ξύλινο άξονα (με πέτρινες άκρες) και με τη φτερωτή, περιστρέφονταν μαζί με την πάνω πέτρα με την πίεση του νερού, που ερχόταν απ’ το στενότερο τμήμα της βαγιώνας (προχούνι) διαμέτρου 7 εκ. Το νερό κατέβαινε μέσα από τη βαγιώνα διαμέτρου 2μ. και ύψους κρέμασης 10μ. που συνδεόταν με τη στέρνα. Η βαγιώνα ήταν κατασκευή σιδήρου και λαμαρίνας πάχους 2 εκ.(βλ. σκίτσο Π. Ζυγούρη). Οι μυλόπετρες αποτελούνταν από κομμάτια τύπου «Φώκια», που προέρχονταν από ειδικά νταμάρια γύρω από τα λουτρά της Ν. Απολλωνίας. Άλλα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες του Μύλου ήταν το καντάρι, για να ζυγίζουν το αλεύρι και η κοφνίδα, κάσα ξύλινη (χοάνη) για να βάζουν το σιτάρι πριν το άλεσμα και που χωρούσε 70 οκάδες. (3)

Η πρόσβαση από τον οικισμό της Αρναίας (απόσταση περίπου ένα χιλιόμετρο) γινόταν από μονοπάτι και με γαϊδουράκια. Σύμφωνα με μαρτυρίες, (4) ο Μύλος του Ζυγούρη Γεώργιου λειτουργούσε από τις αρχές του 20ου αιώνα και ανελλιπώς κατά τη γερμανική και βουλγαρική κατοχή και μέχρι τουλάχιστον το 1950 και ίσως λίγο αργότερα. Μάλιστα ο κ. Νίκου Νικόλαος θυμάται το 1942 ότι επισκέφτηκε ως παιδί το Μύλο, με το γαϊδουράκι, για προμήθεια αλευριού. Για άλεσμα δίνονταν στο Μύλο καλαμπόκι, σίκαλη, βρώμη, κριθάρι και βέβαια σιτάρι. Μονάδα μέτρησης βάρους ήταν η οκά, ο Μύλος του Ζυγούρη Γεώργιου άλεθε σε μια ώρα πενήντα οκάδες και ο ιδιοκτήτης του μύλου αμείβονταν με 10% αλεστικά. Οι εργασίες στο νερόμυλο ήταν επίπονες και κοπιαστικές. Οι συνθήκες αντίξοες με κρύο και υγρασία και ο παππούς μου έπρεπε να διαμένει εκεί ολόκληρες περιόδους για συντήρηση, επισκευές, καθώς και για τη διατήρηση μικρής μονάδας ζώων. Αν και η ποιότητα των αλεσμάτων ήταν καλή, κατά καιρούς δέχονταν παράπονα για ύπαρξη κόκκων άμμου ή ρινισμάτων πέτρας στα αλέσματα. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι πάντοτε ο παραπόταμος (φωτό) όπως και σήμερα «κατεβάζει» άμμο, αλλά και το ακόνισμα στις μυλόπετρες γινόταν δύσκολα, χειροποίητα και με το καλέμι. Η απάντηση του παππού μου, με χιούμορ και μην έχοντας πάντοτε το χρόνο να εξηγεί κάθε φορά, ήταν: «Μην πατάτε τα δόντια»! Υπονοώντας να μασάτε πιο προσεκτικά, για να αντιλαμβάνεστε τους όποιους κόκκους!

Πολύ ενδιαφέρουσες είναι και οι πληροφορίες του Παπα-Γιάννη Τσάκου όπως δημοσιεύτηκαν το 1980 για τους νερόμυλους της Αρναίας. Μεταξύ άλλων αναφέρεται και ότι ο νερόμυλος του παππού μου, άλεθε 300 οκάδες το εικοσιτετράωρο και στο κτίσμα του κρεμόταν από τα καρφιά, σκόρδα, κρεμμύδια και διάφορα άλλα τρόφιμα και αντικείμενα που ήταν απαραίτητα για τη επιβίωση του μυλωνά. Ακόμη ο Μύλος φωτίζονταν με γκαζόλαμπα ή λάμπα θυέλλης. Όταν έβγαινε το αλεύρι, ζεστό και απαλό, ο παππούς μου έφτιαχνε με αυτό μπουγάτσα που τα παιδιά τότε την τρώγανε με μεγάλη ευχαρίστηση. Τέλος παλαιότερα υπήρχαν άλλοι δύο μύλοι, ο μύλος του Παπά και ο μύλος του Λαμπρινού στη θέση Μαυρονέργια. (5)

Σήμερα και χάρη στον Βενιαμίν της τότε οικογένειας Ζυγούρη Πέτρο του Γεωργίου, για τον οποίο γράφεται το αφιέρωμα αυτό δύο δεκαετίες περίπου μετά την κοίμησή του, διασώζεται περιφραγμένη η μεγάλη δεξαμενή του μύλου (μυλονόστερνα) η οποία είχε επεκταθεί στα περίπου 30 μ. μήκος και 8 μ. πλάτος από τον ίδιο, για ποτιστικούς πια λόγους. Επίσης ο πατέρας μου Ζυγούρης Πέτρος, διάνοιξε αγροτικό δρόμο στην περιοχή για εύκολη πρόσβαση (ο οποίος χρησιμοποιείται και σήμερα) και ως ενθύμιο είχε εναποθέσει στην είσοδο πλέον του αγροκτήματος δύο μεγάλες μυλόπετρες, εκ των οποίων η μια εκλάπη πριν από μερικά χρόνια (δυστυχώς συνέβη κι αυτό) αλλά διασώζεται η δεύτερη (φωτό) για να θυμίζει στους περαστικούς και επισκέπτες, την οικογενειακή αλλά και τοπική ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά της Αρναίας Χαλκιδικής.


Ζυγούρης Γεώργιος του Πέτρου – Εκπαιδευτικός, Θεσσαλονίκη


Παραπομπές 
(1) Έρευνα: Στέφανος Νομικός, Αρχιτέκτων - Πληροφορίες για τους Ελληνικούς Μύλους (TIMS HellenicMills)
(2) Γρηγόριος Μπύρος – Συμβολαιογράφος Αρναίας
(3) Περιοδικό Αρναία, τεύχος 5 και 6, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1989, Ιανουάριος-Μάρτιος 1990
(4) Νικόλαος Νίκου – κάτοικος Αρναίας
(5) Εφημερίδα Αντίλαλοι της Αρναίας, φύλλο 38, Αύγουστος 1980

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Η αραμαϊκή γλώσσα


Το όνομα της γλώσσας προέρχεται από εκείνο των Αραμαίων, οι οποίοι μνημονεύονται για πρώτη φορά τον ενδέκατο αιώνα π.Χ., όταν ο Ασσύριος αυτοκράτορας Tiglathpileser Ι αναφέρει ότι τους αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια μιας στρατιωτικής εκστρατείας στη Συρία. Εκεί δημιούργησαν διάφορα μικρά βασίλεια που έφτασαν ανατολικά μέχρι τον Περσικό Κόλπο. Αρκετά από αυτά αναφέρονται στη Βίβλο, συμπεριλαμβανομένης της Δαμασκού.
            Κατά την εποχή που κατέρρευσε η μοναρχία του Ισραήλ, στις αρχές του έκτου αιώνα, η Αραμαϊκή είχε γίνει η lingua franca της αρχαίας Εγγύς Ανατολής. Χαρακτηριστική ένδειξη γι’ αυτό το ρόλο της αποτελεί μια επιστολή στα αραμαϊκά που βρέθηκε στην Αίγυπτο και καταγράφει το αίτημα μιας πόλης των Φιλισταίων (πιθανώς της Εκρών) για αιγυπτιακή βοήθεια εναντίον του στρατού της Βαβυλώνας στα τέλη του έβδομου αιώνα π.Χ.
                        Οι Ιουδαίοι που αιχμαλωτίσθηκαν από τον Ναβουχοδονόσορα το 586 π.Χ. υιοθέτησαν την αραμαϊκή γλώσσα μαζί με την αραμαϊκή γραφή (η εβραϊκή γλώσσα νωρίτερα γραφόταν με φοινικικούς χαρακτήρες, που ονομάζονται μερικές φορές Παλαιο-εβραϊκή γραφή). Ως εκ τούτου, η βιβλική γραμματεία που γράφτηκε μετά την εξορία στη Βαβυλώνα επηρεάστηκε έντονα από την Αραμαϊκή, ενώ τμήματα των βιβλίων του Δανιήλ και του Έσδρα είναι γραμμένα σ’ αυτήν. Αργότερα η Αραμαϊκή χρησιμοποιήθηκε εκτενώς στο πλαίσιο της εβραϊκής κοινότητας, καθώς και μεταξύ διαφόρων χριστιανικών ομάδων (λ.χ. συριακή εκκλησία), αλλά και από τους Σαμαρείτες, τους Μανδαίους και τους Nαβαταίους. Εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από ελάχιστες απομονωμένες κοινότητες μέχρι και σήμερα. Ανάμεσα σε αυτές είναι μικρές ομάδες στη Συρία, την Τουρκία και το Ιράκ, καθώς και οι Εβραίοι και οι Χριστιανοί από το Κουρδιστάν, το σύνολο σχεδόν των οποίων έχει πλέον μεταναστεύσει στο Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Αραμαϊκή είναι ένας από τους δύο κύριους κλάδους της βορειοδυτικής σημιτικής (ο άλλος κλάδος, που ονομάζεται χαναανιτικός, περιλαμβάνει τα εβραϊκά). Λόγω της μακράς ιστορίας της και της ευρείας χρήσης της,  χωρίζεται σε διάφορες διαλέκτους, με βάση χρονικούς και γεωγραφικούς παράγοντες. Τα αρχαιότερα σωζόμενα κείμενα στην Αραμαϊκή, που γράφτηκαν μεταξύ του δέκατου και του έβδομου αιώνα π.Χ., λέμε ότι είναι στην Παλαιά ή Αρχαία Αραμαϊκή. Πηγές από τον έκτο έως τον τρίτο αιώνα π.Χ. ανήκουν στην Επίσημη, Αυτοκρατορική, ή Πρότυπη Λογοτεχνική Αραμαϊκή, επειδή εκδηλώνουν έναν βαθμό τυποποίησης, ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η γλώσσα χρησιμοποιήθηκε για διοικητικούς σκοπούς από την Περσική Αυτοκρατορία, η οποία τελικά έφτασε από την Αίγυπτο μέχρι την Ινδία. Αυτή είναι η διάλεκτος που απαντά στη Βίβλο. Η πτώση της Περσίας οδήγησε στην διαφοροποίηση τις διαλέκτους των διαφόρων περιοχών. Αυτό το γεγονός μπορεί να εξηγήσει την αναφορά στην χαρακτηριστική προφορά του Πέτρου στον Ματθ. 26.73. Παρά το γεγονός ότι η Ελληνική γινόταν όλο και πιο σημαντική στην Ιουδαία εκείνη την περίοδο, η Αραμαϊκή συνέχισε να διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο στην εβραϊκή ζωή και τον πολιτισμό, έως ότου εκτοπίστηκε από την Αραβική πολλούς αιώνες αργότερα. Η γλώσσα αυτής της περιόδου, ​​η οποία εκτείνεται από τον δεύτερο αιώνα π.Χ. ως τον δεύτερο αιώνα μ.Χ., χαρακτηρίζεται ως Μέση Αραμαϊκή. Αυτή είναι η μορφή της Αραμαϊκής στους Παπύρους της Νεκρής Θάλασσας και στην Καινή Διαθήκη. Άλλες διάλεκτοι αυτής της περιόδου είναι αυτές των Ναβαταίων, των πόλεων της Παλμύρας (βιβλική Tadmor) και της Έδεσσας της Συρίας, καθώς και της Χάτρα, η οποία βρίσκεται στη Μεσοποταμία.
Κείμενα από το δεύτερο έως τον ένατο αιώνα μ.Χ. (ή μερικές φορές και αργότερα) αποτελούν την Ύστερη Αραμαϊκή. Αυτά περιλαμβάνουν τα γραπτά των εβραϊκών κοινοτήτων της Παλαιστίνης και της Βαβυλώνας, καθώς και των Χριστιανών και των Σαμαρειτών στη Δύση, των Μανδαίων και των συριακών κοινοτήτων στην Ανατολή. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η Αραμαϊκή χρησιμοποιείται ακόμα σήμερα. Οι διάλεκτοι αυτών των κοινοτήτων  αποτελούν τη Σύγχρονη Αραμαϊκή.
Ανάμεσα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Αραμαϊκής είναι μερικές χαρακτηριστικές λέξεις, όπως bar αντί ben για τον «γιο», qodem αντί lipnê για το «πριν». Διατηρεί επίσης το μακρύ α, το οποίο έγινε μακρό o στις χαναανιτικές γλώσσες. (Αυτή είναι η λεγόμενη χαναανιτική μετατόπιση). Έτσι, η λέξη για το «καλό» εμφανίζεται ως tab στα αραμαϊκά αντί tob στα εβραϊκά. Τα ουσιαστικά πληθυντικού αριθμού σημειώνονται με την κατάληξη -n στα αραμαϊκά, όπου η εβραϊκή χρησιμοποιεί -m. Η αρσενική κατάληξη ήταν -in και η θηλυκή -an, αν και μερικοί πληθυντικοί θηλυκών τελειώνουν σε -at. Υπό το φως της χαναανιτικής μετατόπισης, αυτή η τελευταία κατάληξη μπορεί να αναγνωριστεί ως ισοδύναμη με την εβραϊκή -ot. Όπως στη βιβλική Εβραϊκή, έτσι και στην Αραμαϊκή τα ρήματα εμφανίζονται με δύο βασικούς τύπους ως προς το χρόνο ή το ποιόν ενεργείας: ο πρώτος χαρακτηρίζεται από επιθήματα («τετελεσμένο ποιόν») και ο άλλος από προθήματα («ατελές ποιόν»). Αυτά τα προθήματα και τα επιθήματα είναι πολύ όμοια μ’ εκείνα της Εβραϊκής, αν και τα φωνήεντα (τουλάχιστον όπως πιστοποιείται από τη βιβλική Αραμαϊκή) δεν είναι τα ίδια.
Η Καινή Διαθήκη περιέχει περιστασιακά φράσεις ή ακόμη και προτάσεις στα αραμαϊκά, αν και φυσικά είναι γραμμένες με ελληνικά γράμματα. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν την αναφορά στο Θεό ως αββά («πατέρας»), το σύνθημα μαραναθά («κύριέ μας, έλα») και την εντολή του Ιησού στο νεκρό κορίτσι ταλιθά κουμ («σήκω κοριτσάκι»). Υπάρχει ακόμη και ένας ολόκληρος βιβλικός στίχος στα αραμαϊκά, όταν ο Ιησούς απαγγέλλει τον Ψαλμό 22.02, ενώ κρέμεται στο σταυρό, σύμφωνα με τον Ματθ. 27.46 και τον Μάρκο 15.34. Δεν προκαλεί έκπληξη το ότι βρίσκουμε αραμαϊκά στοιχεία στην Καινή Διαθήκη, λαμβάνοντας υπόψη το καθεστώς της εν λόγω γλώσσας ως lingua franca της Ιουδαίας κατά την εποχή του Ιησού. Αυτό  εξηγεί ασφαλώς και τα πολλά κύρια ονόματα που είναι σαφώς αραμαϊκής προέλευσης: Γολγοθάς, Μάρθα, Tαβιθά, Kηφάς. Η επαναλαμβανόμενη χρήση της φράσης «υιός του ανθρώπου» πιθανώς αντικατοπτρίζει αραμαϊκή επιρροή, δεδομένου ότι η γλώσσα αυτή αναφέρεται συνήθως σε έναν άνθρωπο με την περίφραση bar nas (γιος ανθρώπου).
Πέρα από τη γλωσσική τους αξία τα αραμαϊκά κείμενα αποτελούν πολύτιμη πηγή για την κατανόηση του ιστορικού υποβάθρου της Βίβλου. Αυτό προκύπτει σαφώς από τις άφθονες αναφορές της στην αλληλεπίδραση των Ισραηλιτών με τους Aραμαίους. Σύμφωνα με το Δευτ. 26.5 οι πρόγονοί του Ισραήλ ήταν συγγενείς με τους  Aραμαίους, ένα σημείο που εκφράζεται με τις γενεαλογίες της Γένεσης, οι οποίες περιγράφουν τον Αράμ ως εγγονό του αδελφού τού Αβραάμ (22.20-21). Δεν αποτελεί έκπληξη η διαπίστωση ότι οι πατριάρχες αλληλεπιδρούσαν με τους συγγενείς τους από την περιοχή αυτή σε αρκετές περιπτώσεις, κυρίως πηγαίνοντας σ’ αυτούς για να βρουν κατάλληλες συζύγους (Γεν. 24.1-10, 28.1-5). Ο Βαθουήλ και ο Λάβαν, οι πατέρες της Ρεβέκκας, της Λείας και της Ραχήλ, αποκαλούνται  Aραμαίοι.
Κατά τη διάρκεια της μοναρχίας το Ισραήλ είχε πολλές και πολύπλοκες σχέσεις με τους  Aραμαίους. Οι Ισραηλίτες είχαν σε διάφορες χρονικές περιόδους υποδεέστερη ή δεσπόζουσα θέση επί των Aραμαίων. Στο όγδοο αιώνα οι  Aραμαίοι συμμάχησαν με το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ και τους Φοίνικες της Τύρου σε μια προφανή προσπάθεια να δημιουργηθεί μια συμμαχία που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την Ασσυρία. Όταν ο βασιλιάς του νότιου βασιλείου του Ιούδα Άχαζ αρνήθηκε να συμμετάσχει, η συμμαχία προσπάθησε να τον αντικαταστήσει με ένα βασιλιά της δικής της επιλογής. Τότε αυτός στράφηκε στην Ασσυρία για βοήθεια, με αποτέλεσμα ο Tiglathpileser III να κατακτήσει τη Δαμασκό, φέρνοντας το τέλος της αραμαϊκής δύναμης και αυτονομίας. Ο Άχαζ ήταν τόσο εντυπωσιασμένος από ένα βωμό που είδε στη Δαμασκό, ώστε έχτισε μια απομίμηση μέσα στην ίδια την Ιερουσαλήμ.
Αυτά τα γεγονότα δείχνουν σαφώς ότι υπήρχε πλούσια πολιτική και πολιτιστική αλληλεπίδραση μεταξύ του Ισραήλ και των γύρω αραμαϊκών βασιλείων. Αυτό το γεγονός έχει πλέον επιβεβαιωθεί και από μια αραμαϊκή επιγραφή που ανακαλύφθηκε κατά την περίοδο 1993-1994 στο Τελ Νταν στο βόρειο Ισραήλ. Φαίνεται να έχει γραφεί για λογαριασμό ενός Αραμαίου ηγεμόνα του ένατου αιώνα, ο οποίος αναφέρει ότι σκότωσε κάποιον βασιλιά από τον οίκο του Δαβίδ. Αυτό υποδηλώνει ότι το νότιο βασίλειο του Ιούδα είχε εμπλακεί σε μια μάχη ενάντια στους αραμαϊκούς λαούς στην περιοχή αυτή. Η μόνη άλλη αραμαϊκή επιγραφή που αναφέρει μια βιβλική προσωπικότητα ανακαλύφθηκε το 1930 στο Όρος των Ελαιών. Ίσως γραμμένη προς το τέλος της περιόδου του Δεύτερου Ναού, αναφέρει ότι τα οστά του βασιλιά του Ιούδα Οζία είχαν μεταφερθεί εκεί, πιθανώς από την περιοχή έξω από την πόλη, όπου είχαν ταφεί σύμφωνα με το 2 Χρ. 26.23. (Αντίθετα, το 2 Βασ. 15.07 αναφέρει ότι θάφτηκε στην πόλη). 
Ένα ολόκληρο αρχείο εγγράφων που συντάχθηκαν από τους Εβραίους μισθοφόρους, οι οποίοι υπηρετούσαν σε μια περσική στρατιωτική αποικία στα νότια σύνορα της Αιγύπτου κατά τη διάρκεια του πέμπτου προ-χριστιανικού αιώνα, βρέθηκε στο νησί της Ελεφαντίνης, το οποίο βρίσκεται απέναντι από τον οικισμό της Συήνης, ακριβώς βόρεια του πρώτου καταρράκτη του Νείλου. Αυτά τα έγγραφα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την ιστορία των Εβραίων κατά τον χρόνο περίπου που οι Ιουδαίοι εξόριστοι επέστρεφαν στην πατρίδα τους μετά την βαβυλώνια αιχμαλωσία.
Αρκετά ακόμα αραμαϊκά έγγραφα έχουν βρεθεί σε κοντινές περιοχές. Αυτά περιλαμβάνουν παπύρους από το Wadi ed-Daliyeh, που προφανώς γράφτηκαν στη Σαμάρεια κατά το μέσο του τέταρτου αιώνα. Παρά το γεγονός ότι το περιεχόμενό τους είναι κυρίως νομικό, αναφέρουν πολλά άτομα με σαφώς γιαχβιστικά ονόματα, καθώς και έναν αξιωματούχο που ονομάζεται Sanballat, το ίδιο όνομα με αυτό του αξιωματούχου, ο οποίος αναφέρεται στο βιβλίο του Έσδρα (αν και τα κείμενα αυτά γράφτηκαν σχεδόν έναν αιώνα αργότερα από την περίοδο του Έσδρα). Άλλη αλληλογραφία που βρέθηκε στην περιοχή γράφτηκε από έναν αξιωματούχο περσικής καταγωγής και οικογένειες που ζούσαν στο Λούξορ και την Συήνη.
Εκτός από αυτά τα κείμενα, τα οποία αφορούν σαφώς τους αρχαίους Ισραηλίτες και Ιουδαίους, υπάρχουν αρκετές επιγραφές από τα αρχαία αραμαϊκά βασίλεια. Μία από αυτές, που βρέθηκε κοντά στο Χαλέπι, μιλά για έναν ηγεμόνα Bar Haddad, βασιλιά του Αράμ. Παρά το γεγονός ότι αυτό το όνομα ήταν κοινό για πολλούς διαφορετικούς ηγεμόνες της Δαμασκού για τους οποίους έχουμε άλλες πληροφορίες, μια προσεκτική εξέταση της στήλης υπέδειξε ότι πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό άτομο. Άλλες επιγραφές είναι από τον Zakkur, έναν ηγεμόνα του όγδοου αιώνα.
Εκτός από τις άμεσες γλωσσικές και ιστορικές συνδέσεις, είναι δυνατόν  κανείς να συλλέξει χρήσιμες γνώσεις σχετικά με τον πολιτισμό και την βιβλική θεολογία και από τα αραμαϊκά κείμενα που δεν αφορούν άμεσα ανθρώπους ή γεγονότα που αναφέρονται στη Βίβλο. Για παράδειγμα, μια επιγραφή από το Tell Fekheriye (αρχαίο Sikan) χαρακτηρίζει το άγαλμα πάνω στο οποίο είναι χαραγμένη ως slm και dmwt με έναν τρόπο που υπαινίσσεται ότι αυτές οι λέξεις ήταν συνώνυμες. Η επιγραφή αυτή, ως εκ τούτου, συχνά παρατίθεται προκειμένου να βοηθήσει στη διευκρίνηση της σημασίας της δήλωσης της Βίβλου ότι τα ανθρώπινα όντα είναι κατ' εικόνα (selem) και καθ' ομοίωση (damût) του Θεού. 
Μεταξύ των παπύρων της Ελεφαντίνης βρέθηκε μια συλλογή από παροιμίες που αποδίδονται σε έναν σοφό άνθρωπο με το όνομα Ahiqar, ο οποίος λέγεται ότι υπηρέτησε ως σύμβουλος του βασιλιά των Ασσυρίων Sennacherib. Η ιστορία του Ahiqar ήταν ήδη γνωστή σε μια ποικιλία εκδόσεων, οι οποίες έχουν παράλληλα με διάφορες βιβλικές αφηγήσεις. Οι παροιμίες στη μέση αυτού του κειμένου ανήκουν στην ίδια παράδοση με ένα μεγάλο μέρος της σοφιολογικής γραμματείας της Βίβλου. 
Πολλά βιβλία από τα απόκρυφα και ψευδεπίγραφα γραπτά επίσης φαίνεται να έχουν συντεθεί στα αραμαϊκά, αν και έχουν συνήθως επιβιώσει σε άλλες γλώσσες. Ωστόσο, αραμαϊκά αντίγραφα του Τωβίτ, του Ενώχ και μια μορφή της Διαθήκης του Λευί τώρα έχουν βρεθεί μεταξύ των Παπύρων της Νεκρής Θάλασσας. Από την ίδια περιοχή προέρχονται επίσης αραμαϊκές επιστολές του ηγέτη των Εβραίων του δεύτερου αιώνα μ.Χ. Simon Bar-Kosiba (Bar Kokhba). Υπάρχουν επίσης διάφορες συλλογές από αραμαϊκά κείμενα που είναι σημαντικές για την ιστορία του Χριστιανισμού και περιλαμβάνουν υλικό σχετικό με την κατανόηση της Βίβλου και το πώς έχει ερμηνευτεί. Τα πιο σημαντικά μεταξύ αυτών είναι τα γραπτά της συριακής χριστιανικής κοινότητας, τα οποία είναι γραμμένα σε μια διάλεκτο που λεγόταν Συριακή. Αυτή είναι η γλώσσα της Πεσίτα, μιας αρχαίας μετάφρασης της Βίβλου, η οποία είναι σημαντική για το φως που μπορεί να ρίξει στο αρχικό κείμενο της Βίβλου.

[Greenspahn, "Aramaic", στο Beyond Babel 2002] 


Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Ο θάνατος του κυνηγού Ακταίωνος



Στη Βιβλιοθήκη του Απολλοδώρου (3.4.4), στο τέλος του κεφαλαίου με την ιστορία του Ακταίωνος, παρατίθενται, δίχως αναφορά ονόματος συγγραφέα ή τίτλου, ορισμένοι αρκετά φθαρμένοι στίχοι από ένα χαμένο επικό ποίημα που συμβατικά αποκαλείται Επύλλιο του Ακταίωνος. Το ποίημα, όσο μπορούμε να κρίνουμε, ασχολούνταν με την ιστορία του περίφημου κυνηγού Ακταίωνος, ο οποίος κατασπαράχτηκε από τα σκυλιά του, γιατί είδε γυμνή την Άρτεμη ή γιατί θέλησε να κατακτήσει τη Σεμέλη, την ερωμένη του Δία. Δεν μπορούμε πάντως να ξέρουμε σε ποιο βαθμό το ποίημα ακολουθούσε τη διήγηση του Απολλοδώρου.

Η Αυτονόη και ο Αρισταίος απέκτησαν γιο, τον Ακταίωνα, ο οποίος μεγάλωσε με τον Χείρωνα και έγινε κοντά του κυνηγός. Αυτός αργότερα κατασπαράχτηκε στον Κιθαιρώνα από τα ίδια του τα σκυλιά.. Και πέθανε μ' αυτόν τον τρόπο, όπως λέει ο Ακουσίλαος, [1] γιατί οργίστηκε μαζί του ο Δίας, επειδή προσπάθησε να κάνει δική του τη Σεμέλη. Όπως, όμως, λένε οι περισσότεροι, επειδή είδε την Άρτεμη να λούζεται. Και λένε ότι η θεά αμέσως τον μεταμόρφωσε σε ελάφι και έκανε τα πενήντα σκυλιά που τον ακολουθούσαν να λυσσάξουν. Αυτά δίχως να τον αναγνωρίζουν τον κατασπάραξαν. Αφού αφανίστηκε ο Ακταίων, τα σκυλιά του, ζητώντας τον αφέντη τους, ούρλιαζαν και καθώς τον έψαχναν, έφτασαν στο άντρο του Χείρωνα. Αυτός έφτιαξε ένα είδωλο του Ακταίωνος, που κατέπαυσε τη λύπη τους. Να και τα ονόματα των σκυλιών του Ακταίωνος από τα [2] ...
            Τώρα περικυκλώνοντας τ' ωραίο του σώμα, σαν να 'ταν αγριμιού,
            το καταξέσχισαν τα ρωμαλέα σκυλιά. Από κοντά η Άρκενα πρώτη...
            .           ...μετά απ' αυτήν τα δυνατά παιδιά,
            ο Λυγκέας και ο Βαλίος, αξιέπαινος για την ταχύτητά του, κι ο Αμάρυνθος.
            Αυτά με τ' όνομά τους φώναζε μετρώντας τα.
            ...(Όρμησαν όμως αυτά), με την παραίνεση του Δία
να σκοτώσουν τον Ακταίωνα.
Και πρώτα ήπιαν το μαύρο αίμα του αφέντη τους
ο Σπαρτός κι ο Ώμαργος και ο Βορής, ο ορμητικός στο τρέξιμο.
Αυτά πρώτα έφαγαν από τον Ακταίωνα και ρούφηξαν το αίμα του.
Μετά και τα υπόλοιπα ορμητικά χιμήξανε.






[1] Αργείος ιστορικός και μυθογράφος που έζησε πριν τους Περσικούς πολέμους. Είναι ο αρχαιότερος εκπρόσωπος της μυθογραφικής πεζογραφίας. Έγραψε σε ιωνική διάλεκτο αντλώντας κυρίως από τον Ησίοδο, τον οποίο προσπαθεί πολλές φορές να διορθώσει. Το κυριότερο έργο του είχε τον τίτλο Γενεηλογίαι ή Ιστορίαι.
[2] Λείπει συγγραφέας και ο τίτλος της πηγής του Απολλοδώρου και υπάρχει η υποψία ότι πρόκειται για παρεμβολή από άλλη πηγή. Ο Υγίνος, Fab. 181, δίνει δύο καταλόγους με ονόματα των σκυλιών του Ακταίωνος, ενώ ο Οβίδιος, Metam. 3, 206 κ. εξ., ακολουθεί τον πρώτο κατάλογο του Υγίνου.