Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Ο δήμος ως θεός και μονάρχης στην κλασική Αθήνα




   Στην κλασική Αθήνα, τόσο στα κείμενα όσο και στις τέχνες, ο δήμος αποκτά σταδιακά τα χαρακτηριστικά μιας θεότητας που έχει μεταξύ των ανθρώπων την ίδια δύναμη που έχει ο Δίας μεταξύ των θεών, με χαρακτηριστικά μονάρχη ή τυράννου, τα οποία ωστόσο παραδόξως τονίζουν την παντοδυναμία όχι του ατόμου, αλλά της λαϊκής εξουσίας. Όσο μπορούμε να γνωρίζουμε, στην εκκίνηση αυτής της πορείας αποθέωσης του δήμου βρίσκονται οι Ικέτιδες του Αισχύλου. Από πολλές απόψεις ο βασιλιάς και πατέρας θεών και ανθρώπων Δίας στέκει στο έργο αυτό ως σύμβολο του ίδιου του δήμου των Αργείων / Αθηναίων, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να υφίσταται ένα είδος συμβολικής θέωσης. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να επισημανθεί ο ρόλος του Διός Ικεσίου στο έργο. Ο Ζευς, προστάτης των ικετών, συμβολίζει αλληγορικά το ρόλο που οι Αθηναίοι ήθελαν να φαντάζονται για τον εαυτό τους στη διεθνή σκηνή, ως ισόβιοι προστάτες των αδυνάμων, όπως φαίνεται και από άλλες μεταγενέστερες τραγωδίες και αττικά κείμενα. Σχεδόν κάθε στίχος που οι Δαναΐδες απευθύνουν στον Δία αποτελεί έμμεση ή άμεση αναγνώριση της προστατευτικής του δύναμης. Ήδη ο πρώτος στίχος του έργου αποτελεί ένα είδος πρελουδίου σε όσα θα ακολουθήσουν: Ζεὺς μὲν ’Aφίκτωρ ἐπίδοι προφρόνως στόλον ἡμέτερον... Ο Δίας είναι ο σωτήρας τους και προστάτης τους (26): καὶ Ζεὺς σωτὴρ τρίτος͵ οἰκοφύλαξ ὁσίων ἀνδρῶν. Είναι ενδεικτικό ότι η αναφορά στο Δία ως «οικοφύλακα» έχει το παράλληλό της στους στίχους 646-651, όπου ακολουθεί την έμφαση στην ψήφο του δήμου υπέρ των ικετών (643-645), ενώ οι Αργείοι/Αθηναίοι χαρακτηρίζονται ως «σωτήρες» στο στ. 982. Επίσης ο Δίας είναι θεός που ελεεί τους κατατρεγμένους (209), ὦ Ζεῦ͵ σκοπῶν οἴκτιρε, μὴ ἀπολωλότας. Εκδικείται όσους συμπεριφέρονται άσχημα σ’ αυτούς (347), βαρύς γε μέντοι Ζηνὸς ‘Ικεσίου κότος.  Ο φόβος και ο σεβασμός που νιώθει ο βασιλιάς Πελασγός απέναντι στο Δία Ικέσιο (347) είναι συγκρίσιμος με το φόβο που νιώθει απέναντι στο δήμο των Αργείων (βλ. π.χ. στ. 401). Ο Πελασγός λέει ότι ο μέγιστος φόβος των θνητών είναι η οργή του Ικέσιου Δία, για την οποία αισθάνεται αιδώ (478-479). Παράλληλα με το Δία Ικέσιο στέκει ο Ξένιος, ο οποίος ανταμείβει όσους τιμούν τους ξένους ικέτες (381-386). Η καλή διακυβέρνηση που θα απολαύσουν οι Αργείοι στο μέλλον στηρίζεται στο ότι αποδίδουν την ύψιστη τιμή στο Δία Ικέσιο ή Ξένιο, του οποίου ο αρχαίος νόμος είναι η πηγή της καλής διακυβέρνησης (670-673). Η δημοκρατική οργάνωση της πόλης και η καλή διακυβέρνησή της είναι εγγυημένη από την ύπαρξη ανθρώπων που τιμούν το Δία, ενώ υπάρχει εμφανές παράλληλο ανάμεσα στον ουράνιο νόμο που ρυθμίζει τη μοίρα (673, ὃς πολιῷ νόμῳ αἶσαν ὀρθοῖ) και τον ανθρώπινο, με τον οποίο διοικείται η πόλη. Το ψήφισμα του δήμου υπέρ των ικετών αποτελεί το γήινο παράλληλο του νόμου του Διός Ξενίου και είναι χαρακτηριστικό ότι ο Δαναός κλείνοντας την αναφορά του σ’ αυτό (624) σημειώνει ότι Ζεὺς... ἐπέκρανεν τέλος. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι ο Δίας στις Ικέτιδες έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ενάρετης πολιτείας και φαίνεται ότι ο Αισχύλος εμπνεύστηκε αυτά τα χαρακτηριστικά από τα ιδανικά της πόλης του, της Αθήνας. Δεν είναι απλώς ο Δίας της Πόλης. Είναι η ίδια η δημοκρατική πολιτεία των Αθηνών. Είναι αυτός ο Δίας-Δήμος που ελέγχει και τους αξιωματούχους του δημοκρατικού κράτους, όπως ο Πελασγός. Ο κάπως απρόσωπος τρόπος περιγραφής του Διός στις Ικέτιδες ενισχύει την προσπάθεια να καταστεί σύμβολο του συνόλου των πολιτών ως δικαίας και προστατευτικής δύναμης.
   Όμως υπάρχουν και άλλες ενδείξεις για τη συμβολική θέωση του δήμου στις Ικέτιδες. Στους στίχους 980-982 ο Δαναός προτρέπει με ανήκουστο τρόπο τις κόρες του να προσευχηθούν και να θυσιάσουν στο δήμο των Αργείων σαν να ήταν οι ολύμπιοι θεοί.[1] Επίσης το ευγενικό άγγιγμα του χεριού, με το οποίο ο Δίας παράγει τη γενιά των Δαναΐδων και σώζει την Ιώ από τα βάσανά της (592-3, αὐτόχειρ, πβ. 45-47, 313, 1064-1066, 535, 568), αντιστοιχεί στην ιδιαίτερη έμφαση που δίνεται στην ψηφοφορία με τα δεξιά χέρια της συνέλευσης των Αργείων (604, 607, 621), η οποία λυτρώνει τις Δαναΐδες. Στους στίχους 520-521 η προτροπή του Πελασγού προς τις Δαναΐδες να ζητήσουν (παραιτοῦ) από τους εγχώριους θεούς όσα επιθυμούν αντιστοιχεί στη δική του ανάγκη να ζητήσει από το δήμο την παροχή ασύλου στις Δαναΐδες (522). Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η πειστική δύναμη του λόγου και η τύχη (523).
   Στο πλαίσιο αυτό της ουσιαστικής ταύτισης του δήμου με το Δία μπορούμε να θεωρήσουμε από άλλη σκοπιά ορισμένα χωρία του έργου που σχετίζονται με το θεό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις Ικέτιδες, σε αντίθεση με άλλα αισχύλεια έργα, η γενεαλογία του Δία δε μνημονεύεται πουθενά. Δεν έχει πατρωνυμικά, αλλά η εξουσία του θαρρείς και υπάρχει από πάντα και για πάντα (574) και η έδρα του είναι ακλόνητη (101-103). Αυτή η φαινομενική έλλειψη προγόνων του Δία έχει κατά κάποιο τρόπο το παράλληλό της στην αυτοφυή καταγωγή του δήμου των Πελασγών, η οποία πηγάζει από την αυτοχθονία του παλαιού βασιλιά Παλαίχθονος, του ανθρώπου που δεν έχει προγόνους, αλλά ξεφύτρωσε από τη γη. Επίσης, στη μακρά προσευχή των Δαναΐδων στον ύψιστο των θεών (ιδιαίτερα τους στίχους 524-530 και 595-599) μπορούμε να δούμε από πολιτική οπτική γωνία τις ιδιότητες που του αποδίδονται εκεί, ιδιότητες που από πολλές απόψεις έχει ο δήμος στο πλαίσιο της δημοκρατίας. Έτσι ο Δίας χαρακτηρίζεται ἄναξ ἀνάκτων (524), ανώτατη αρχή όλων των αρχών, έχει τη δύναμη να θέτει σε εφαρμογή πάνω από όλους τα σχέδιά του (525-526), να τιμωρεί την ύβρη των ανθρώπων (528), δεν υπόκειται στην εξουσία κανενός παρά μόνο του εαυτού του (595), δυνατότερος από όλους όσους έχουν δύναμη (596) δεν έχει κάποιον ανώτερό του, ώστε να φοβάται την εξουσία του (597), έχει τη δύναμη να εφαρμόζει άμεσα τις αποφάσεις του (598-600).[2] Την οργή του και την εξουσία του πρέπει να φοβάται ο ηγέτης του κράτους, όπως λένε χαρακτηριστικά οι Δαναΐδες (381-386). Όλα αυτά τα χωρία στην ακοή του Αθηναίου ακροατή θα αποτελούσαν μια θαυμάσια περιγραφή της δύναμης του δήμου στην καθημερινή άσκηση της εξουσίας του και στο εσωτερικό και προς τους συμμάχους του. Στις Ευμενίδες (775, 883, 1010) ο δήμος των Αθηναίων αποκαλείται πολισσοῦχος, ένα επίθετο που αναφέρεται κανονικά σε θεούς πολιούχους πόλεων ή σε επώνυμους ήρωες. Θυμόμαστε εδώ εκείνες τις περίφημες αναφορές του Θουκυδίδη (2.63.2-μιλά ο Περικλής, 3.37.2-μιλά ο Κλέων. Πβ. Θουκ. 1.122.3, 1.124.3 μέσα από την οπτική γωνία ενός Κορίνθιου, 6.76 από την οπτική γωνία του Συρακόσιου Ερμοκράτη) στην Αθήνα ως τύραννο σε σχέση με την αρχή της στο πλαίσιο της ηγεμονίας.[3] Θυμόμαστε τα λόγια του Αριστοτέλη (1313b8) ότι ο δήμος θέλει να γίνει μόναρχος. Θυμόμαστε επίσης τα λόγια του Αριστοφάνη στους Ιππείς (1111-1115):
Ὦ  Δῆμε͵ καλήν γ΄ ἔχεις
ἀρχήν͵ ὅτε πάντες ἄν-
θρωποι δεδίασί σ΄ ὥσ-
περ ἄνδρα τύραννον.
Στο τέλος των Ιππέων ο Δήμος παρουσιάζεται ως μονάρχης όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και «αυτής της γης», ντυμένος και αρωματισμένος με ανατολίτικη, σχεδόν μη δημοκρατική πολυτέλεια (1329-1334). Ο Αριστοφάνης προσωποποιεί εδώ τον Δήμο ως τύραννο με αυτοκρατορία. Ο Δήμος είναι τύραννος, επειδή η Αθήνα κυβερνά για το συμφέρον της και όχι για το συμφέρον των υπηκόων της. Η κριτική του Αριστοφάνη δε στρέφεται εναντίον της ίδιας της αρχής, αλλά στον τρόπο άσκησής της. Γιατί στους Ιππείς η αναζήτηση δεν είναι προς μια προηγεμονική Αθήνα, αλλά για μια Αθήνα που κάποτε ήταν καλός μονάρχης της Ελλάδας (1329-30), όταν πολεμούσε με την Περσία και δεν εκμεταλλευόταν τη συμμαχία της (πβ. Αχαρνείς 673-4 / Σφ. 1098-1101). Η ηγεμονία της Αθήνας ήταν αναγκαστικά εξουσία μιας πόλης και μ’ αυτήν την έννοια εκ φύσεως μοναρχική, αλλά θα μπορούσε να είναι η εξουσία ενός καλού βασιλιά όχι ενός τυράννου.
            Στους Σφήκες ο Φιλοκλέων προσπαθεί να αποδείξει ότι η δύναμη του λαϊκού δικαστηρίου δεν είναι κατώτερη από ενός βασιλιά και η έμφαση περνά από την ηγεμονία στο εσωτερικό της πόλης: η δύναμη των δικαστών, η οποία προέρχεται από την ηγεμονία, είναι τόσο μεγάλη, ώστε ο δήμος να είναι αδιάφορος απέναντι στον πλούτο των ατόμων, επειδή ο δικός του συλλογικός πλούτος και δύναμη του επιτρέπει να δρα χωρίς περιορισμούς (587):
καὶ ταῦτ΄ ἀνυπεύθυνοι δρῶμεν· τῶν δ΄ ἄλλων οὐδεμί΄ ἀρχή. [4]
Στο ίδιο έργο ο Φιλοκλέων συγκρίνει τη δύναμη που διαθέτει χάρη στην αθηναϊκή αρχή με αυτή του Δία (619-620):
 ἆρ΄ οὐ μεγάλην ἀρχὴν ἄρχω καὶ τοῦ Διὸς οὐδὲν ἐλάττω͵
ὅστις ἀκούω ταὔθ΄ ἅπερ ὁ Ζεύς; [5]
Στην Αθήνα ο Δήμος στην απόλυτη εξουσία του είχε προσωποποιηθεί πιθανώς ήδη από την περίοδο 462-450 π.Χ. και τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη. Λατρεία του Δήμου και των Νυμφών μαρτυρείται από το 450. Βλ. επίσης τον πίνακα του αθηναϊκού Δήμου που ζωγράφισε ο Παρράσιος στις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου (Πλίνιος, ΝΗ 35.69). Η παρουσίαση του Δήμου ως μονάρχη παίρνει την πλήρη της οπτική μορφή πολύ αργότερα: η στήλη που καταγράφει τον αντιτυραννικό νόμο του 337/6 π.Χ. (SEG 12.87) διαθέτει στο πάνω μέρος της ένα ανάγλυφο που παριστάνει τον προσωποποιημένο Δήμο να κάθεται σε θρόνο, να κρατά σκήπτρο και να στεφανώνεται από τη Δημοκρατία: οι λεπτομέρειες αυτής της παράστασης θυμίζουν ένθρονες αναπαραστάσεις του Δία (βλ. λ.χ. τα ανάγλυφα που συνοδεύουν τις επιγραφές IG ii2 112 και SEG 21.241), οι οποίες με τη σειρά τους αντλούν από αχαιμενιδικές αναπαραστάσεις του Μεγάλου Βασιλιά.[6] Ο συνδυασμός ενός «μοναρχικού» Δήμου με τον πανηγυρισμό της δημοκρατίας που υπονοείται στο ανάγλυφο αυτό πιστεύω ότι ερμηνεύει και την αποθέωση του Δήμου στις Ικέτιδες: αποτελεί έναν ύμνο στην παντοδυναμία του λαού και όχι μια κριτική από την οπτική ενός αριστοκράτη.


-----------------------------------------------------------------------------

[1] Το ότι η θυσία πρέπει να γίνει στους Αργείους και όχι στον Πελασγό οφείλεται αναμφισβήτητα στο γεγονός ότι έχει γίνει πια κατανοητό σ’ αυτό το σημείο του έργου ότι η σωτηρία των Δαναΐδων οφείλεται προπάντων στο δήμο και όχι στο βασιλιά. 

[2] Ο τρόπος έκφρασης εδώ παραπέμπει και σε δυο λειτουργίες της ανθρώπινης διακυβέρνησης, τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία. Έτσι ο Αισχύλος υπαινίσσεται τον παραλληλισμό θεϊκής και ανθρώπινης διακυβέρνησης, ενώ η εξουσία του Δία, αν και δυσθήρατη, υπονοείται ότι στηρίζεται σε αρχές ανάλογες με αυτές που ρυθμίζουν την ανθρώπινη δράση. 

[3] Πβ. επίσης τη συμπαράθεση τυραννίας και αρχής στα λόγια του Αθηναίου απεσταλμένου στη Σικελία Εύφημου (415/414 π.Χ.) στο Θουκ. 6.85.1, ἀνδρὶ δὲ τυράννῳ ἢ πόλει ἀρχὴν ἐχούσῃ οὐδὲν ἄλογον ὅτι ξυμφέρον οὐδ΄ οἰκεῖον ὅτι μὴ πιστόν. 

[4] Πβ. Πέρσες 213 για τον Ξέρξη, ο οποίος δεν είναι ὑπεύθυνος πόλει, Προμ. 324, τραχὺς μόναρχος οὐδ’ ὑπεύθυνος κρατεῖ (για το Δία). Ο Δήμος δρα ως τύραννος και ως προς το ότι φορολογεί και χρησιμοποιεί τη φορολογία τόσο των πλουσίων όσο και των συμμάχων για να πληρώνει τους φτωχούς ή για την επίδειξη πλούτου στις γιορτές και τα έργα τέχνης και το οικοδομικό του πρόγραμμα, όπως έκαναν παλιά οι τύραννοι. Βλ. λ.χ. Ξενοφών, Συμπ. 4.31-32, Αθ. πολ. 1.18, Πλούτ., Περ. 12.2 (για το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή). Η ιδέα ότι οι τύραννοι στηρίζονταν από τη φορολόγηση των πολιτών ήταν τόσο παλιά, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τον τρόπο, με τον οποίο ο δήμος χρησιμοποιεί τα δημόσια έξοδα για τις φτωχότερες τάξεις. 

[5] Υπάρχει η πιθανότητα ο Αριστοφάνης να παρουσίασε τους συμμάχους ως δούλους στους Βαβυλώνιους (426 π.Χ.), οι οποίοι δυναστεύονται από τον επιθετικό Κλέωνα. Όταν ο Κλέων μήνυσε τον Αριστοφάνη με το αιτιολογικό ότι κατηγόρησε το δήμο ενώπιον των συμμάχων, ο κωμικός απάντησε στους Αχαρνείς (514-517) ότι η κριτική του αφορούσε στο δημαγωγό και όχι στο λαό. Ομοίως ο Εύπολης παρουσίασε στο Χρυσούν γένος τον Κλέωνα ως αφέντη των συμμαχικών πόλεων. Σε κάθε περίπτωση η κριτική των κωμικών αφορά στην υφαρπαγή της εξουσίας του λαού από το δημαγωγό και όχι την ίδια την αθηναϊκή αρχή. 

[6] Σε πολλά ανάγλυφα είναι δύσκολο να διακρίνουμε το Δία από το Δήμο, αν και ο πρώτος ταυτοποιείται συνήθως από τον κεραυνό που κρατά.