Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Γυναίκες είχα,γυναίκα δεν είχα: μια γοητευτική αληθινή ιστορία (από τη Μαχάτμα)



«Πρόλαβα και είχα την τύχη να γνωρίσω έναν παππού. Τον προπάππο μου. Καλά δεν ήμουν μόνο εγώ που τον πρόλαβα, πολύς κόσμος το έκανε, αφού είχε το δώρο της ζωής στο έπακρο: έζησε ως 114 χρονών...! Γέρασε μαζί με την μπάμπω του που και αυτή στα 112 αποχαιρέτησε τον μάταιο τούτο κόσμο... λίγους μήνες μόλις αργότερα, αφότου πρώτα είχε «φύγει ο παππούς»...

Εύκολη ζωή δεν είχε, Τουρκιά ακόμα κυβερνούσε τον τόπο του, όταν γεννήθηκε ...το 1867 κάπου σε ένα χωριό στην Φλώρινα.

Τουρκιά και όταν ακόμα παντρεύτηκε, μεγαλοπαλλίκαρο για τα δεδομένα της εποχής μια μεγαλοκοπέλα,(ίσως να «ξέρανε» ήδη το πλήθος των χρόνων που είχαν μπροστά τους και δεν τους ένοιαζε αυτό...) και άρχισε να φτιάχνει την δικιά του οικογένεια.

Ήταν η Τουρκιά, η αναζήτηση, η ανάγκη για ελευθερία...; Όπως όλοι οι μετανάστες έτσι και αυτός πήρε μια μέρα τον δρόμο της ξενιτιάς.

Αμερική. Τότε αυτός ήταν ο τόπος των ονείρων... Μεγάλο το ταξίδι και επιστροφή συνήθως δεν είχε... Αυτοί που πηγαίνανε τότε σ’ αυτόν τον τόπο... ξεχνιόντουσαν εκεί... Δούλεψε στην Διώρυγα του Παναμά, στα τρένα σε όλη την Αμερική ως εργάτης, και όπου είχε μεροκάματο. Θυμάμαι ακόμα σαν παιδί να λέει πόσος κόσμος πέθανε για να φτιαχτεί αυτή η Διώρυγα... εκατοντάδες από ελονοσία, τσιμπήματα φιδιών, κακουχία...

Με την δουλειά στα τρένα όλη την Αμερική γύρισε, σκληρή δουλειά. Μια μέρα τον θυμάμαι να μας λέει πως ξέφυγε ένα βαγόνι και άρχισε να έρχεται καταπάνω στους εργάτες. Δεν πρόλαβε να φύγει και τον χτύπησε στο κεφάλι. Τόσο μαλακό ήταν ακόμα το κρανίο του που το μόνο που έπαθε ήταν ένα μικρό βαθούλωμα προς τα μέσα και τίποτα άλλο. Αργότερα, όταν πια είχε επιστρέψει πίσω στο χωριό για πάντα, τον συναντούσα στην πλατεία του χωριού και πάντα τον πλησίαζα με πειραχτικό σκοπό. Να βγάλει το καπελάκι του και να με αφήσει να «χώσω» την παιδική μου γροθίτσα μέσα στο βαθούλωμα αυτό! Εκεί μεγάλη η χαρά που έπαιρνα και μετά, ένα φιλί στο μάγουλο, έτρεχα πάλι να παίξω, ακούγοντας την γιαγιά μου (τη νύφη του) να με μαλώνει να μην τον ενοχλώ, γιατί ήταν πολύ παππούς πια!

Έτσι λοιπόν, αυτοί που πηγαίνανε τότε σ’ αυτόν τον τόπο... ξεχνιόντουσαν εκεί... όχι όμως ο παππούς... Κάθε 5-10 χρόνια περίπου έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής, συναντούσε την μπάμπω του, της σκάρωνε και από ένα παιδί και ξαναέφευγε πίσω στον τόπο των ονείρων... Τέσσερα αγόρια της έκανε.

Μια φορά άκουσε -όπως πολλοί εκείνη την εποχή- για ένα τεράστιο πλοίο, τον Τιτανικό. Έτσι αποφάσισε να βρει δουλειά ως αχθοφόρος και αυτήν την φορά να γυρίσει πίσω στην Αμερική με αυτό! Βδομάδες -λέει- κουβάλαγε και περίμενε την μέρα του σαλπαρίσματος! Αυτός και πολλοί άλλοι. Έστω και ως εργάτης θα είχε μπει σ’ αυτό το πλοίο, για υο οποίο όλοι μιλούσαν...

Μια μέρα πριν σηκώνει πολλά βάρη και παθαίνει κήλη... μπαίνει στο νοσοκομείο και χειρουργείται... Το πλοίο φεύγει χωρίς αυτόν...

Και η συνέχεια γνωστή...
Είχε χρόνια ακόμα για να ζήσει...
Τριάντα χρόνια λοιπόν έμεινε στην Αμερική...
Και κάποια μέρα απόκαμε εκεί στο ξένο τόπο και γύρισε πίσω... στην μπάμπω του...
Στην αγκαλιά της...
Το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκαν μαζί τον ρώτησε «αν είχε γυναίκες».
Και αυτός την πήρε στα ζεστά του χέρια και της απάντησε: «γυναίκες είχα, γυναίκα δεν είχα»._

[αφιερωμένο στον παππού Χρήστο 1867-1981 και την μπάμπω του την γιαγιά Μαρούσα (Μαρία)]

Από τη Μαχάτμα