Mario Luzi, Prima notte di primavera




Mario Luzi, Prima notte di primavera

Η πρώτη νύχτα της άνοιξης

Κάτι πεθαίνει, κάτι γεννιέται
όταν η βοή της βροντής σκίζει
τα ύψη της νύχτας, αιφνίδια
ανακοίνωση της άνοιξης που διακόπτει τον ύπνο ...

Γενεές επί γενεών
των ανθρώπων, μερικές νικημένες, μερικές υψωμένες
μέσα στην έπαρση των δεινών τους,
αιώνες βυθισμένοι στον πόνο, ο ένας μέσα στον άλλο,
συμπυκνώνονται σε μια μόνο συμφορά,
συνωστίζονται όλοι σε ένα και μόνο σημείο
και στενάζοντας τρίζει από βάθρο σε βάθρο η γέφυρα,
σκοτεινιάζει προς την έσχατη άκρη της,
το φυτό απλώνεται από τη ρίζα ως τον καρπό.

Το χέρι μου φέρνω πάνω στη βελόνα του πόνου, ακούω.
Πρώτη νύχτα της άνοιξης, που φουσκώνει
και σκίζει το όριο μεταξύ του γίγνεσθαι και του είναι.



Che muore, che nasce
ora che un brontolio di tuono sgretola
l'altezza della notte, annunzio
improvviso di primavera che rompe il sonno....

Generazioni su generazioni
d'uomini chi vinto chi levato
nella fierezza dei suoi mali, età
profonde con dolore una nell'altra,
in una sofferenza, in un sol punto
premono, fanno tutte ressa, e geme
e cigola da pila a pila il ponte
oscuro verso l'ultima campata
e la pianta protesa dalla radice al frutto.

Porto la mano sulla fitta, ascolto.
Prima notte di primavere, gonfia
e lacera tra l'avvenire e l'essere.

(dal libro "Dal fondo delle campagne")